Mariana: Το ποιητικό σύμβολο του εκούσιου εγκλεισμού και της ατέρμονης επανάληψης μιας ζωής χωρίς νόημα.

All day within the dreamy house,

The doors upon their hinges creak’d;

The blue fly sung in the pane; the mouse

Behind the mouldering wainscot shriek’d,

Or from the crevice peer’d about. Old faces glimmer’d thro’ the doors Old footsteps trod the upper floors,

Old voices called her from without. She only said,

“My life is dreary, He cometh not,” she said;

She said, “I am aweary, aweary, I would that I were dead!”

Alfred Lord Tennyson

Όλη μέρα μέσα στο ονειρικό σπίτι,

Όι πόρτες έτριξαν πάνω στους μεντεσέδες

Η μπλε μύγα τραγούδησε στο τζάμι,το ποντίκι

Πίσω από τη μουχλιασμένη επένδυση του τοίχου τσίριζε.

Η από τη ρωγμή περιεργαζόταν το χώρο.

Πρόσωπα από το παρελθόν έλαμπαν μέσα από τις πόρτες.

Παλιά βήματα βάδιζαν στα πάνω πατώματα.

Παλιές φωνές την καλούσαν απέξω.

Εκείνη μόνο είπε, «Η ζωή μου είναι ανούσια.Εκείνος δεν έρχεται.»

Είπε.Εκείνη είπε: «Είμαι εξουθενωμένη, εξουθενωμένη,Μακάρι να ήμουν νεκρή!»

Η «Mariana» εκδόθηκε το 1830 και είναι εμπνευσμένη από το έργο του WilliamShakespeare, “Measure for Measure”. Η ομώνυμη ηρωίδα βρίσκεται απομονωμένη σεένα αγρόκτημα περιμένοντας την επιστροφή του αγαπημένου της Άγγελου, που τηνεγκατέλειψε μετά τον αρραβώνα τους, όταν βυθίστηκε το πλοίο στο οποίο επέβαινε οαδελφός της με την προίκα της Μαριάνας, προφασιζόμενος ότι η μέλλουσα γυναίκατου ήταν ατιμασμένη. Τελικά, ύστερα από πολλά χρόνια ενώνεται ερωτικά εν αγνοίατου με τη Μαριάνα και αναγκάζεται να την αποκαταστήσει. Στο ποίημα η Μαριάναείναι εγκλωβισμένη σε μια στάσιμη κατάσταση ατέρμονης επανάληψηςπράξεων(προσευχή-κέντημα) και συναισθημάτων που περιστρέφονται γύρω από τηνανάμνηση του αγαπημένου της και την προσδοκία της επιστροφής του. Η κυκλικήπορεία του χρόνου διακόπτεται μόνο όταν ο ποιητής αναφέρεται στον ερχομό τηςνύχτας ή στις φάσεις του φεγγαριού, ενώ ο χώρος εκτύλιξης της δράσης, που στηνουσία συνιστά έναν τόπο εγκλεισμού, σταδιακά αποσυντίθεται και παρακμάζει μαζί μετον ψυχικό κόσμο της Μαριάνας. Η απόλυτη παραίτησή της από τη ζωή και η σταδιακήψυχολογική της κατάρρευση εκφράζεται με την εμμονική επανάληψη των ίδιωνσκέψεων «He cometh not(Εκείνος δεν έρχεται), I am aweary, I would that be dead!(Μακάρι να ήμουν νεκρή!» καθώς και την απόλυτη αδράνεια, την αποχή από κάθε δραστηριότητα. Η Μαριάνα πεθαίνει καθημερινά, έχει γίνει ένα φάντασμα του εαυτούτης, σαν τις φωνές και τα βήματα που ακούει και στοιχειώνουν ολόκληρο το Είναι της,αλλά και υποσυνείδητα την κρατούν ζωντανή καθώς συνδέονται με την αναμονή τουαγαπημένου της. Όι αναμνήσεις της από την προηγουμένη ζωή της και το σκοτάδι,σύμβολο του λαβυρίνθου του νοητικού της κόσμου, της απόσυρσης και του θανάτουαποτελούν το μοναδικό καταφύγιό της. Η εικόνα της Μαριάνας παραπέμπει στηνηρωίδα του Charles Dickens, Miss Havisham από το μυθιστόρημα Great Expecta[ons,την οποία εγκατέλειψε ο μέλλων σύζυγός της την ημέρα του γάμου τους και από τότεαφέθηκε να πεθάνει απομονωμένη σε ένα βρώμικο και παρηκμασμένο σπίτι. Ό Sir John Evere] Millais εμπνεύστηκε την εικαστική απεικόνιση της Μαριάνας από το ποίημα του Tennyson. Όταν ο πίνακας εκτέθηκε στη Royal Academy, το 1851 συνοδεύτηκε από τους ακόλουθους στίχους του ποιήματος: She only said, ‘My life is dreary, He cometh not,’ she said;She said, ‘I am aweary, aweary, I would that I were dead!’Τα φύλλα που έχουν διασκορπιστεί πάνω στο τραπέζι με το εργόχειρο της Μαριάναςσηματοδοτούν όχι μόνο την έλευση του Φθινοπώρου, αλλά και το πέρασμα τουημερολογιακού χρόνου που ακολουθεί ευθύγραμμη πορεία, σε αντίθεση με τον προσωπικόχρόνο της Μαριάνας που συνίσταται σε μια ατέρμονη κυκλικά επαναλαμβανόμενηαναμονή. Η Μαριάνα διακόπτει το κέντημά της και ισιώνει την πλάτη κοιτάζοντας ταπαράθυρά της που παραπέμπουν σε βιτρώ καθολικού ναού. Πράγματι ο Millais, αντέγραψετην παράσταση από το Παρεκκλήσι του Merton College της Όξφόρδης. Στο παράθυρο τουαγροκτήματος απεικονίζεται η σκηνή του Ευαγγελισμού αντιπαραθέτοντας την ψυχικήολοκλήρωση της Θεοτόκου με την αναγγελία της εγκυμοσύνης προς την απογοήτευση καιτην διαρκή προσμονή της Μαριάνας. Η εραλδική όμως παράσταση δίπλα στη μορφή τηςΠαρθένου Μαρίας, είναι επινόηση του ίδιου του καλλιτέχνη. Η επιγραφή In caelo quies(στον ουρανό υπάρχει η ηρεμία) συνιστά έκδηλη αναφορά στην επιθυμία της Μαριάνας ναπεθάνει, καθώς με το θάνατο θα παύσουν όλες οι περίπλοκες σκέψεις και τα βασανιστικάσυναισθήματα της αμφιβολίας, της νοσταλγίας, της θλίψης ενώ θα λάβει τέλος η παράτασητης αναμονής. Στην ίδια παράσταση δεσπόζει το λουλούδι Γάλανθος, σύμβολο τηςπαρηγοριάς, ενώ στα πλαίσια ενός βρετανικού εθίμου, στην παραμονή της γιορτής τηςΆγίας Άγνής, αποτελεί το λουλούδι των γενεθλίων. Κατά την ημέρα αυτή, στις 20Ιανουαρίου, οι ανύπανδρες γυναίκες γεμίζουν με βότανα τα παπούτσια τους καιπροσεύχονται στην Άγία Άγνή να τους φανερώσει σε όραμα το μέλλοντα σύζυγό τους. ΗΜαριάνα λοιπόν έχει ταυτίσει το γάμο με τη ζωή. Το ποντίκι στο δεξί μέρος της σύνθεσηςαπαντάται και στο ποίημα του Tennyson, ενώ αποτελεί αποτύπωση ενός ψόφιου ποντικούπου είδε ο Millais στο studio του. Ό βωμός στο βάθος του πίνακα θα μπορούσε να αποτελείαναφορά σε ένα άλλο ποίημα του Tennyson, «Η Μαριάνα στο Νότο» με το ίδιο θέμα, όπουη ηρωίδα προσεύχεται στην Παρθένο Μαρία. Στο έργο είναι και πάλι εμφανή τα στοιχείατης τεχνοτροπίας των Προραφαηλιτών, η ενδελεχής παρατήρηση του φυσικού κόσμου και ηλεπτομερής αποτύπωσή του, η χρήση ζωηρών χρωμάτων(έντονο μπλε στο φόρεμα τηςΜαριάνας,) χρήση συμβολικών στοιχείων, π.χ του άνθους Γάλανος και πιστή μεταφορά τηςπραγματικότητας, ενώ προκειμένω του ποιητικού κειμένου. Το παράδοξο είναι πως ηιστορία της Μαριάνας είναι μόνο μία από τις πολλές μικρότερες που συνθέτουν τηνκωμωδία Measure for Measure και έχει happy end. Γιατί επιλέχθηκε λοιπόν από ένανποιητή και δευτερευόντως από έναν καλλιτέχνη ως κεντρικό θέμα των δημιουργιών τους;

Η απάντηση είναι ότι η Μαριάνα χρησιμοποιήθηκε ως σύμβολο της αναμονής, μιας ζωήςπου έχει πάρει παράταση…Το ποίημα του TennysonMariana in the Moated Grange” (Shakespeare, Measure for Measure) With blackest moss the flower-plots Were thickly crusted, one and all: The rusted nails fell from the knots That held the pear to the gable-wall. The broken sheds look’d sad and strange: Unlifted was the clinking latch; Weeded and worn the ancient thatch Upon the lonely moated grange. She only said, “My life is dreary, He cometh not,” she said; She said, “I am aweary, aweary, I would that I were dead!” Her tears fell with the dews at even; Her tears fell ere the dews were dried; She could not look on the sweet heaven, Either at morn or eventide. After the flitting of the bats, When thickest dark did trance the sky, She drew her casement-curtain by, And glanced athwart the glooming flats. She only said, “The night is dreary, He cometh not,” she said; She said, “I am aweary, aweary, I would that I were dead!” Upon the middle of the night, Waking she heard the night-fowl crow: The cock sung out an hour ere light: From the dark fen the oxen’s low Came to her: without hope of change, In sleep she seem’d to walk forlorn, Till cold winds woke the gray-eyed morn About the lonely moated grange. She only said, “The day is dreary, He cometh not,” she said; She said, “I am aweary, aweary, I would that I were dead!” About a stone-cast from the wall A sluice with blacken’d waters slept, And o’er it many, round and small, The cluster’d marish-mosses crept. Hard by a poplar shook alway, All silver-green with gnarled bark: For leagues no other tree did mark The level waste, the rounding gray. She only said, “My life is dreary, He cometh not,” she said; She said “I am aweary, aweary I would that I were dead!” And ever when the moon was low, And the shrill winds were up and away, In the white curtain, to and fro, She saw the gusty shadow sway. But when the moon was very low And wild winds bound within their cell, The shadow of the poplar fell Upon her bed, across her brow. She only said, “The night is dreary, He cometh not,” she said; She said “I am aweary, aweary, I would that I were dead!” All day within the dreamy house, The doors upon their hinges creak’d; The blue fly sung in the pane; the mouse Behind the mouldering wainscot shriek’d, Or from the crevice peer’d about. Old faces glimmer’d thro’ the doors Old footsteps trod the upper floors, Old voices called her from without. She only said, “My life is dreary, He cometh not,” she said; She said, “I am aweary, aweary, I would that I were dead!” The sparrow’s chirrup on the roof, The slow clock ticking, and the sound Which to the wooing wind aloof The poplar made, did all confound Her sense; but most she loathed the hour When the thick-moted sunbeam lay Athwart the chambers, and the day Was sloping toward his western bower. Then said she, “I am very dreary, He will not come,” she said; She wept, “I am aweary, aweary, Oh God, that I were dead!” Shakespeare: ‘Measure for Measure”Mariana:Τούτο είναι το πρόσωπο, Άγγελε σκληρέ, που κάποτε ορκιζόσουν πως άξιζε να το κοιτάξεις. Τούτο είναι το χέρι, που με επίσημό σου λόγο το μαύλισες και το σφιξες μες στο δικό σου. Τούτο είναι το κορμί, που από την Ισαβέλα πήρε το κάλεσμά σου και σου αντικατέστησε το είδωλό της μες στου κήπου σου το κιόσκι,

(Μετάφραση:Βασίλης Ρώτας)Χριστιάνα Όικονόμου. Πτυχιούχος του Τμήματος Ιστορίας, Άρχαιολογίας και Ιστορίαςτης Τέχνης του ΕΚΠΆ. Κάτοχος MPhil στις Θεατρικές Σπουδές.

Αφήστε μια απάντηση