«Πρόκες γαμώτο…» από το ποίημα της Μαρίας Αναγνωστοπούλου

Πρόκες γαμώτο οι ώρες
σκουριάζουν στον τοίχο της εγκατάλειψης, μόνες…
η βροχή που εισχωρεί από το ταβάνι στο ορφανό δωμάτιο
ξεθωριάζει το χρώμα του μουντού τοίχου όπως το γράμμα, το κλεισμένο στο συρτάρι
χρόνια.
Ρούχα κουρέλια κουβέντες που ειπώθηκαν ντύνουν επαίτες που συχνάζουν κάτω από τις λάμπες των δρόμων
δίνοντας λίγο φως στην σκοτεινιά τους,
εγώ, σε αντίθεση μ’ εκείνους, έμεινα στο κλειστό και σκοτεινό μου οίκημα,
ταίριαζε καλύτερα στα συναισθήματα που είχα εντός μου,
γύρισα το κλειδί δυο φορές και κούρνιασα στην γωνιά την άφωτη…
έκλεισα και τα αυτιά να χαθεί η ματαιότητα από το γραμμόφωνο της ζωής…

Maria Anagnostopoulou 19-2-19

Το ποίημα είναι κατοχυρωμένο και αφιερωμένο σε όσους βρίσκουμε διέξοδο στο γράψιμο…

ΚΙΤΡΙΝΗ ΣΦΑΙΡΑ

ΚΙΤΡΙΝΗ ΣΦΑΙΡΑ

Κίτρινη πόλη
που βουλιάζεις.
Πιάσ’ το πιστόλι,
μη τρομάζεις.
Πάτα σκανδάλη,
μη δειλιάζεις.
Στο δολοφόνο
τώρα μοιάζεις.

Κίτρινο δέρμα
ζωγραφίζεις.
Φτάνεις στο τέρμα
και σφυρίζεις.
Ρίχνεις το κέρμα
και κερδίζεις.
Θεό δικό σου
διαολίζεις.

Κίτρινη σφαίρα
καρφωμένη.
Πέφτει η μέρα
ματωμένη.
Μόνο φοβέρα
τώρα μένει.
Μες στον αγέρα
κλειδωμένη.

Κλείσε τα μάτια
και θυμήσου.
Αν είσαι ο θύτης,
μόνο αρνήσου.
Αν είσαι το θύμα,
τρέξε, κρύψου.
Γυμνή αλήθεια,
βρες και ντύσου.

Έλενα Πίνη

Συνάντηση της ποίησης της Έλενας Πίνη με τη ζωγραφική της Μαριας Στάθη

ΜΠΡΟΣ ΣΤΙΣ ΡΑΓΕΣ

Δειλή μπρος στις ράγες να βλέπω
το τρένο που σε παίρνει μακριά.
Κι εγώ δεν ξέρω αν φεύγω ή αν μένω,
μα ξέρω πως ο χρόνος κυλά.

Ψυχή πληγωμένη ρωτάει
αν θες να την πάρεις μαζί.
Κορμί μοναχά κουβαλάει
τον πόνο που φέρνει η σιωπή.

Βαλίτσα στο χέρι κρατάω,
τα πόδια κολλημένα στη γη.
Ποιος είμαι και ποιον αγαπάω,
ρωτάω κι απαντάει μια σιγή.

Φιλί τελευταίο θα δώσω
κι αμέσως θα κρυφτώ στη γωνιά.
Από άγνωστου χέρι θα κλέψω
τσιγάρο για να κάνω ρουφηξιά.

Έλενα Πίνη

Έργο της Μαρίας Στάθη

Η Έλενα Πίνη συνομιλεί με τον Σαρλ Μπωντλαίρ

 Μέθα

Ἂν κάποτε στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ, στὸ πράσινο γρασίδι
μιᾶς τάφρου, στὴ μουντὴ μοναξιὰ τοῦ δωματίου σου,
ξυπνήσεις ξεμέθυστος πιά, ῥώτα τὸν ἄνεμο, ῥώτα τὸ κύμα,
τὸ πουλί, τὸ ῥολόι, κάθε τι ποὺ φεύγει,
κάθε τι ποὺ στενάζει, κάθε τι ποὺ κυλάει, ποὺ τραγουδάει,
ποὺ μιλάει· ῥώτα τί ὥρα εἶναι;
Κι ὁ ἄνεμος, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ῥολόι,
θὰ σοῦ ἀπαντήσουν: Εἶναι ἡ ὥρα τῆς μέθης!
Γιὰ νὰ γίνεις ὁ μαρτυρικὸς σκλάβος τοῦ χρόνου,
μέθα· μέθα ἀδιάκοπα!
Ἀλλὰ μὲ τί; Μὲ ῥακή, μὲ κρασί, μὲ ποίηση, μὲ ἀρετή…
-Μὲ ὅ,τι θέλεις, ἀλλὰ μέθα!…

 

 

  Μεθύστε

Πρέπει νά ῾σαι πάντα μεθυσμένος.
Ἐκεῖ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία: εἶναι τὸ μοναδικὸ πρόβλημα.
Γιὰ νὰ μὴ νιώθετε τὸ φριχτὸ φορτίο τοῦ Χρόνου
ποὺ σπάζει τοὺς ὤμους σας καὶ σᾶς γέρνει στὴ γῆ,
πρέπει νὰ μεθᾶτε ἀδιάκοπα. Ἀλλὰ μὲ τί;
Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.
Ἀλλὰ μεθύστε.

Καὶ ἂν μερικὲς φορές, στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ,
στὸ πράσινο χορτάρι ἑνὸς χαντακιοῦ,
μέσα στὴ σκυθρωπὴ μοναξιὰ τῆς κάμαράς σας,
ξυπνᾶτε, μὲ τὸ μεθύσι κιόλα ἐλαττωμένο ἢ χαμένο,
ρωτῆστε τὸν ἀέρα, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
τὸ κάθε τι ποὺ φεύγει, τὸ κάθε τι ποὺ βογκᾶ,
τὸ κάθε τι ποὺ κυλᾶ, τὸ κάθε τι ποὺ τραγουδᾶ,
ρωτῆστε τί ὥρα εἶναι,
καὶ ὁ ἀέρας, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
θὰ σᾶς ἀπαντήσουν:

-Εἶναι ἡ ὥρα νὰ μεθύσετε!

Γιὰ νὰ μὴν εἴσαστε οἱ βασανισμένοι σκλάβοι τοῦ Χρόνου,
μεθύστε, μεθύστε χωρὶς διακοπή!

Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.

Σαρλ Μπωντλαίρ

(περισσότερα…)

Οι «Συνοδοιπόροι» της Έλενας Πίνη συναντούν την εικαστικό Μαρία Στάθη

ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΙ

Περπατούσα
δίπλα σου.
Κι ένιωσα
να περπατάς
απέναντι μου.

Δειλά.

Μιλούσα
με λέξεις κοφτές.
Κι ένιωσα
να μιλάς
με ατέλειωτες προτάσεις.

Δειλά.

Κάθισα
απέναντι σου.
Κι ένιωσα
να κάθεσαι
δίπλα μου.

Δειλά.

Ρωτούσες
δίχως φόβο.
Κι ένιωσα
να απαντώ
φοβισμένα.

Φανερά.

Σε κοίταζα
στα μάτια.
Κι έστρεψες
αλλού
το βλέμμα.

Φανερά.

Σου άνοιξα
την ψυχή μου.
Κι έριξες
φως
στο σκοτάδι μου.

Φανερά.

Ένιωσες τον πόνο
στα λόγια μου.
Και σταμάτησα
για λίγο
να μιλώ.

Αληθινά.

Γέμισαν δάκρυα
τα μάτια σου.
Και βούτηξα μέσα,
την αμαρτία μου
να ξεπλύνω.

Αληθινά.

Ένιωσα βαρύ
τον πόνο σου.
Κι έμοιαζε
τόσο πολύ με
το δικό μου πόνο.

Αληθινά.
Παραξενεύτηκα.

Περίεργη ψυχή,
καθρέφτισες
για λίγο εμένα.

Έλενα Πίνη

Ο πίνακας είναι της εικαστικού Μαρίας Στάθη

Η Έλενα Πίνη συνομιλεί με τη Μυρτιώτισσα

ΑΠΛΩΘΗΚΕ ΤΟ ΧΙΟΝΙ
(Μυρτιώτισσα)

Απλώθηκε το χιόνι απαλά
Και σκόρπισε τριγύρω τη γαλήνη.
Με τη βροχή δε μοιάζει, που κυλά
Κ’ είναι σα να ξεσπούνε θρήνοι,

Από καρδιές γυναίκειες που πονούν
Μα δε βαστάνε πια τον έρωτά τους,
Και ξάφνου θέλουν όλα να τα πουν
Με τα παθητικά τα δάκρυά τους….

Και πότες ανταριάζεται η Βροχή
Και κλαίει γι’ αυτούς που μίσεψαν, και κλαίει,
Και πότες μιας γριούλας γίνεται φωνή
Και λέει τα παραμύθια της, και λέει….

Μα είναι κάτι λύπες, που αφορμή
Καμιά δεν τις γεννά, και πιο σκληρές είν’ απ’ τις άλλες
Τις νύχτες του Χινόπωρου η Βροχή,
Τις τραγουδεί με τις αριές, βαριές της στάλες.

Γιομάτο αλήθεια χάρη κι αρχοντιά
Το χιόνι, όλο τον κόσμο συνεπαίρνει
Μα εγώ λατρεύω τη Βροχή, που όταν ξεσπά
Σα μεθυσμένη στ’ όνειρο με σέρνει…

(περισσότερα…)

Οι «ΔΕΣΜΙΟΙ ΟΝΕΙΡΩΝ» της Έλενας Πίνη συναντάνε τη ζωγραφική του Κώστα Μπιθικούκη

ΔΕΣΜΙΟΙ ΟΝΕΙΡΩΝ
(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Υπάρχουν όμως και βράδια,
που έξω απ’ το τζάμι λυσσομανάει ο άνεμος
και ξεσηκώνει θύελλα μέσα μου.

Τα φυλλοκάρδια μου βαράνε πάνω στα τείχη
που έχτισε ο χρόνος.
Έτσι τάχα, περιφρούρησε την καρδιά μου
για να μην πονά.

Μάταια.

Βαράνε και ξυπνούν τη νοσταλγία.

Απλά νοσταλγείς –

Θυμάμαι εκείνο το άγγιγμα.
Όσο χρόνος ζωής μου υπολείπεται,
αντάλλαγμα ακριβό θα το’ δινα,
για κείνο το άγγιγμα.

Ας ήταν μια μέρα βροχερή,
σαν τη σημερινή, να’ ρχόσουν.
Ο κήπος, μαραμένος, γεμάτος λασπόνερα.
Μοναχά ένας σκύλος, δεμένος, σ΄ ένα γέρικο πάσσαλο,
να περιμένει κάποιον,
να του δώσει ένα χάδι.

Κι εσύ να σπρώξεις την πόρτα
σαν άλλοτε,
σαν συλλέκτης ψυχών.

Κι εγώ να μετρώ
τα βήματά σου,
μέχρι την πολυθρόνα.
Επτά.
Επτά βήματα μας χώριζαν πάντα.
Ποτέ δεν γίνονταν παραπάνω.
Ποτέ τους δεν λιγόστευαν.

Σαν να μετρούσα την επιθυμία.
Σαν να ζύγιαζα τον πόθο.

Πάντα ίδια.
Για σένα.
Για μένα.
Ο χρόνος τα έτρεφε. Τα έκανε θεριά.

Έλενα Πίνη
(Εκδόσεις Anima)

 

Έργο του Κώστα Μπιθικούκη