Η Έλενα Πίνη «συνομιλεί» με τον Τάσο Λειβαδίτη

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ

Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε, όμως τα βραδιά
κάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα
κι η μουσική είναι φίλη μας – και συχνά μέσα στον ύπνο
ακούμε τα βήματα παλιών πνιγμένων ή περνούν μες
στον καθρέφτη πρόσωπα
που τα είδαμε κάποτε σ’ ένα δρόμο η ένα παράθυρο
και ξανάρχονται επίμονα
σαν ένα άρωμα απ’ τη νιότη μας – το μέλλον είναι άγνωστο
το παρελθόν ένα αίνιγμα
η στιγμή βιαστική κι ανεξήγητη.
Οι ταξιδιώτες χάθηκαν στο βάθος
άλλους τους κράτησε για πάντα το φεγγάρι
οι καγκελόπορτες το βράδυ ανοίγουνε μ’ ένα λυγμό
οι ταχυδρόμοι ξέχασαν το δρόμο
κι η εξήγηση θα ‘ρθει κάποτε
όταν δεν θα χρειάζεται πια καμία εξήγηση
Α, πόσα ρόδα στο ηλιοβασίλεμα – τι έρωτες Θεέ μου, τι ηδονές
τι όνειρα,
ας πάμε τώρα να εξαγνιστούμε μες στη λησμονιά.

ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

Οι νύχτες του χειμώνα μεγαλώνουν κλέβοντας τις έγνοιες της μέρας
ο ποιητής χάνεται για μια λέξη, οι εραστές για μιαν απάντηση
οι αιχμάλωτοι απελευθερώνονται μ’ ένα μονάχα πυροβολισμό
το ουράνιο τόξο είναι η παράξενη αλληλογραφία ανάμεσα σε δυο καταφρονεμένους.

(Από τη συλλογή «Βιολέτες για μια εποχή»)

 

(περισσότερα…)

ΦΙΛΙΑ ΠΡΟΔΟΤΕΣ η ποίηση της Έλενας Πίνη συναντάει την εικαστικό Κωνσταντίνα Μηνά

ΦΙΛΙΑ ΠΡΟΔΟΤΕΣ

Φιλιά προδότες
με συνάντησαν το βράδυ.
Εκεί που γύριζα
στης μοναξιάς το κρύο χάδι,
σφάλισαν το στόμα,
ανάσα να μη βγει.

Φιλιά προδότες
που μου άφησαν σημάδι.
Θηρίο ήμερο
στης φυλακής γυμνό σκοτάδι,
κρύφτηκε στο σώμα,
αγχόνη να μη δει.

Κι εσύ μου είπες
να σιωπήσω,
το φως να αντικρίσω…

Φιλιά δεσμώτες
που μου έπλεξαν κουβάρι.
Δυο σκέψεις τρύπωσαν
στης λησμονιάς το μαξιλάρι,
έκλεισαν τα μάτια,
η θλίψη να μη βγει.

Φιλιά δεσμώτες
που μου άναψαν φεγγάρι.
Τοπίο άχρωμο
στου ουρανού το χαλινάρι,
έσβησαν τ’ αστέρια,
αλήθεια μη φανεί.

Κι εγώ σου είπα
να μιλήσω,
το φόβο να λυγίσω…

Έλενα Πίνη

Η Έλενα Πίνη συνομιλεί με τη ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

(Από τη Συλλογή ΗΧΩ ΣΤΟ ΧΑΟΣ)

ΑΛΛΟΤΕ, ΗΜΟΥΝ ΠΕΡΗΦΑΝΗ…

Ἄλλοτε, ἤμουν περήφανη Ἀγάπη καὶ μπροστά σου.
Ἤσουν καλή – κι᾿ ἂν ἤσουνα καὶ δύστροπη, περνοῦσα
κρατώντας μόνο τὸ ἄφωνο καὶ τρομαγμένο «στάσου».

Κ᾿ ἤμουν περήφανη γιὰ σένα, Ἀγάπη, κι᾿ ἂς περνοῦσα.
Γιατί δὲν ἦταν βολετὸ ποτὲ νὰ σταματήσω,
τῆς ἔγνιάς σου κι᾿ ἂς ἔμοιαζεν ὁ πόνος ποὺ πονοῦσα.

Τώρα ποὺ ὅλα μ᾿ ἀφήσανε κι ὅλα με ξεγελοῦνε,
ἀκόμα ἐσὺ λυπητερὴ περνᾶς, γλυκοθωροῦσα,
Ἀγάπη μὲ τὰ μάτια σου ποὺ λατρευτὰ μιλοῦνε.

Μὰ ἐδῶ ποὺ ἐγὼ σταμάτησα κι᾿ ὁ οὐρανὸς μοῦ λείπει
κι᾿ ἂν οὔτε τὴν καρδιά μου πιὰ δὲν ἔχω νὰ χαρίσω,
Ἀγάπη, ἐσὺ τὸ θέλησες νὰ τὴ μαράνη ἡ λύπη.

ΑΧ, ΜΕ ΠΟΝΕΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ…

Ἄχ, μὲ πονεῖ ἡ καρδιά μου. Οὔτε ἡ ματιά σου,
Φύση, ποὺ μοῦ ἤσουν μία παρηγοριά.
Μάταια τὸ Δάσος μ᾿ ὅλα τὰ κλαριὰ
νεύει καὶ μοῦ φωνάζει ἡ ὀμορφιά σου.

Οὔτε ἡ ματιά σου, Ἀγάπη λυπημένη,
Ἀγάπη, σιωπηλή, δὲ μὲ πλανᾶ.
Ἡ σκέψη μου ὄχι πὼς σὲ λησμονᾶ,
μὰ εἶνε ἡ καρδιά μου τόσο ἀρρωστημένη,

πονεῖ… Τίποτε πιὰ δὲ μὲ γλυτώνει.
Κάθε στιγμὴ πληγή, κάθε ματιά.
Κι ὅλα μέσ᾿ τὴν πληγή μου μία φωτιὰ
ποὺ τυραννεῖ καὶ ποὺ σκοτώνει…

(περισσότερα…)

Το «ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΧΛΩΜΟ» της Έλενας Πίνη συναντάει εικαστικά την Κωνσταντίνα Μηνά

 

ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΧΛΩΜΟ

Δίπλα σε παράθυρο, με κουρτίνα κλειστή,
κάθισες να ξαποστάσεις.
Μα άφησες το χαμόγελό σου στην αυλή,
κόσμημα για να το θάψεις.

Μόνη στο δωμάτιο, με θανάτου πνοή,
διάλεξες να ανασαίνεις.
Κι έγραψες το παράπονό σου στο χαρτί,
μήνυμα που ανασταίνεις.

Δίπλα στο παράθυρο, μ’ έναν ήλιο σπαθί,
κρύφτηκες να μη ματώσεις.
Μα άφησες να χαράξει σημάδι βαθύ,
τίμημα να ξεπληρώσεις.

Σκόνη στο δωμάτιο, σαν την άμμο χρυσή,
σκέφτηκες να τη σκουπίσεις.
Μα έγραψες με το δάχτυλό σου στο γυαλί,
σύνθημα τις αναμνήσεις.

Είσαι πορτρέτο χλωμό.
Θάλασσα δίχως χρώμα.
Κι αρμενίζεις τον καημό,
μ’ έρωτα δίχως σώμα.

Έλενα Πίνη

Το ποίημα «Πορτρέτο Χλωμό» της Έλενας Πίνη συνοδεύεται από λεπτομέρεια προσχεδίου κάρβουνο σε χαρτί, της Κωνσταντίνας Μηνά.

 

 

Η ποιήτρια Ελίνα Πριτσίνη και η βραβευμένη της «κραυγή»

Κραυγή

Θρήνος από της γης τα έγκατα

λες κι απ’ τα βάθη της ψυχής της είναι…

Θρήνος βουβός,

που μεταλλάσσεται στα χρόνια που περνούν,

κι από βουβός γίνεται ψίθυρος, λυγμός,

κι ύστερα πόνος και κραυγή απελπισμένη!

Οι εποχές που χάνονται

τα πρώτα της τα δάκρυα,

καυτά, όπως κι ο ήλιος,

που δε χαϊδεύει πια, σε μαστιγώνει.

Ως πότε η δύναμη κι η αντοχή της θα ξαναγεννούν;

Ως πότε θα ορθώνει τους κορμούς και τη ζωή της

κάτω απ’ το πέλμα το θανατηφόρο,

το άσπλαχνο του ανθρώπου;

Θρήνος ακούγεται της δύστυχης,

που χάνεται μέσα στη δίνη της εξέλιξης.

Μύρια ανθρωπάκια σαρκοφάγα

της κατασπαράζουν του κορμιού τα κύτταρα.

Λαίμαργη ματαιοδοξία,

χρήμα κι αχόρταγη απληστία

σαν το σαράκι της νεκρώνουν τη ζωή,

τη θάλασσα, το χώμα, τον αέρα!

Κι όσο της μεγαλώνουν οι πληγές,

τόσο αυτές δεν κλείνουν

κι ο εφιάλτης σα θεριό ανδρώνεται.

Ως πότε να εθελοτυφλούν οι σαρκοφάγοι;

Ο ποταμός ξεχείλισε που θα τους παρασύρει, δεν αργεί.

Γιατί, η ανεξάντλητη,  η Μάνα η Γη, κουράστηκε!

Δακρύζει και ματώνει στων μυρίων τα φραγγέλια…   

    (1ο Βραβείο-6ος Διαγ. 2011)

Η «Συνομιλία» της Έλενας Πίνη με το Γιάννη Ρίτσο

ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΕΞΗΓΗΣΗ

 

Είναι ορισμένοι στίχοι – κάποτε ολόκληρα ποιήματα –

που μήτε εγώ δεν ξέρω τι σημαίνουν. Αυτό που δεν ξέρω

ακόμη με κρατάει. Κι εσύ έχεις δίκιο να ρωτάς. Μη με ρωτάς.

Δεν ξέρω σου λέω.

Δύο παράλληλα φώτα

απ’ το ίδιο κέντρο. Ο ήχος του νερού

που πέφτει, το χειμώνα, απ ‘το ξεχειλισμένο λούκι

ή ο ήχος μιας σταγόνας καθώς πέφτει

από ’να τριαντάφυλλο στον ποτισμένο κήπο

αργά αργά ένα ανοιξιάτικο απόβραδο

σαν το λυγμό του πουλιού. Δεν ξέρω

τι σημαίνει αυτός ο ήχος ωστόσο εγώ τον παραδέχομαι.

Τ’ άλλα που ξέρω στα εξηγώ. Δεν το αμελώ.

Όμως κι αυτά προσθέτουν στη ζωή μας. Κοιτούσα

όπως κοιμότανε, το γόνατο της να γωνιάζει το σεντόνι –

Δεν ήταν μόνο ο έρωτας. Αυτή η γωνιά

ήταν η κορυφογραμμή της τρυφερότητας, και το άρωμα

του σεντονιού, της πάστρας και της άνοιξης συμπλήρωναν

εκείνο το ανεξήγητο που ζήτησα, άσκοπα και πάλι, να στο  εξηγήσω.

 

ΔΥΟ

 

Την ώρα που σφίγγαμε τα χέρια, δεν άκουγες

τον αγέρα που χωνόταν ανάμεσα στις παλάμες μας.

Ήταν η μνήμη κιόλας που προετοιμαζόταν.

Ήταν ο χωρισμός πριν απ’ την ένωση. Δεν άκουγες.

Ήσουνα ολόκληρη· ζωσμένη όλη τη γύμνια σου,

τόσο περήφανα απροστάτευτη, σαν ένα δάσος μες στην πυρκαγιά.

 

(Από τη συλλογή ποιημάτων «Ασκήσεις» 1950-1960)

(περισσότερα…)

Κύπριδα γη του Βασίλη Σπανού

Κύπριδα γη

Κύπριδα γη, αδέρφια μου, περήφανοι Κυπραίοι
απ’του Ολύμπου τη μεριά και της Χωστής τη φλέβα
σηκώνεται ο κουρνιαχτός και τρέχει μαύρο αίμα
αίμα που τρέχει στα ζερβά κατά το Ριζοκάρπασο
πηδάει σύρματα κι’αυλές κοιτάει προς τον παράδεισο.

Βογγά νεκρούς λαλεί ψυχές σωπαίνει κι’ ανασαίνει
μυρίζει ανθούς πορτοκαλιάς μπαίνει στα γκρεμισμένα
τραβάει στο Πενταδάχτυλο κλαίει για τα χαμένα
ορκίζεται τη λευτεριά στους τάφους στα χωράφια
σηκώνει ανέμους στο Βορρά χαιδεύει την Κερύνεια
στήνει χορό στα ξερικά τρυπιέται απ’ τ’αγκάθια.

Καραολή, Αυξεντίου μου, Παληκαρή Βαγόρα
και σεiς τα άλλα της ορμής φυλακισμένα μνήματα
σηκώστε το πέπλο της όμορφης θεάς,της Αφροδίτης,
μυρίστε αφρούς της θάλασσας πιάστε τριχιά και ρίξτε
πενήντα οργιές λουλουδιαστό στεφάνι από αλάτι
στου Σολωμού το σπιτικό στου Τάσου το κονάκι.

Τσιγάρο κάντε,ανάψτε το,με κόκκινο τσακμάκι
δώστε να πάρουν ρουφηξιά οι Ελλαδίτες γόνοι
να αναστηθούν τα κόκκαλα να στήσουν πολυβόλα,
να ακουστούν στον ουρανό σαν λύρα και σαν βιόλα
που έπαιξε ο Μπίκος το θεριό,του Γρίβα οι προγόνοι.–

Βασίλης Σπανός ©

Η ποίηση της Έλενας Πίνη συναντάει τη ζωγραφική της Κωνσταντίνας Μηνά

Το ποίημα «Σώματα Αλλότρια» της Έλενας  Πίνη εμπνέει την εικαστικό Κωνσταντίνα Μηνά!

ΣΩΜΑΤΑ ΑΛΛΟΤΡΙΑ

Κλείνω τα μάτια.
Σταγόνες της βροχής ξεπλένουν τον
πόνο.
Σιωπές που βαδίζουν σε άγνωστο
δρόμο.
Ποιος νόμος της φύσης, μας γέννησε
εμάς;

Σφίγγω τα δόντια.
Κραυγές της ψυχής που γράφουν τον
στίχο.
Εικόνες κοσμούν έναν ετοιμόρροπο
τοίχο.
Ποιος άνεμος της μοίρας, μας έθρεψε
εμάς;

Πλέκω τα χέρια.
Σταγόνες ιδρώτα ποτίζουν το
χώμα.
Στιγμές που κρύφτηκαν σε γήινο
στρώμα.
Ποιος κλέφτης ονείρων, μας έγδυσε
εμάς;

Ντύνω το σώμα.
Μπιγκόνιες στον κήπο που άνθισαν
πρόωρα.
Ζωγράφοι που έφτασαν σε τοπία
όμορα.
Ποιος μύστης χρωμάτων, μας έβαψε
εμάς;

Έλενα Πίνη

Η Έλενα Πίνη «συνομιλεί» με τον Στρατή Μυριβήλη

Στρατής Μυριβήλης,

«Ο λόφος με τις παπαρούνες»

Είναι και μια μέρα χαρούμενη μέσα στις άσκημες μέρες της πορείας. Μια μέρα γαλάζια και κόκκινη, με ανοιξιάτικον ουρανό, γεμάτη μαβιά μάτια, κόκκινα αγριολούλουδα και αργά μελαγχολικά τραγούδια.

Ήταν ένας λόφος άλικος από τις παπαρούνες. Ξεκουραζόταν ένα Ρούσικο Σύνταγμα, που τραβούσε κι αυτό για το μέτωπο. Εκεί μας σταματήσανε κ’ εμάς. Είχε νερό μπόλικο και πρασινάδα εκεί δίπλα. Στήσαμε πυραμίδες τα όπλα και φάγαμε κοντά τους. Μας σίμωσαν κάτι μεγαλόσωμα παλικάρια με τριανταφυλλιά μάγουλα, με χοντρές μπότες και μπλούζες παιδιάτικες δίχως κουμπιά. Τα πηλίκιά τους είχαν κεραμίδι στενούτσικο.

— Γκίρτς;

— Γκίρτς.

— Κριστιάν;

— Κριστιάν.

— Ορτοντόξ;

— Ορτοντόξ.

(περισσότερα…)

«Μοναξιά παντού» της Έλενας Πίνη «συναντάει» το εικαστικό έργο της Κωνσταντίνας Μήνα

Το ποίημα «Μοναξιά παντού» της Έλενας Πίνη έχει βραβευτεί στον 7ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ..

 

ΜΟΝΑΞΙΑ ΠΑΝΤΟΥ

Οι φωνές έπαψαν
να ηχούν.
Μόνο βουβές κραυγές
ουρλιάζουν.

Ψίθυροι παντού.
Συνηθίζουν τη μοναξιά.

Οι ματιές έπαψαν
να βλέπουν.
Μόνο τυφλά βλέμματα
κοιτάζουν.

Εικόνες παντού.
Συνηθίζουν τη μοναξιά.

Τα δάχτυλα έπαψαν
ν’ αγγίζουν.
Μόνο άδεια χέρια
αγκαλιάζουν.

Πόρτες κλειστές παντού.
Συνηθίζουν τη μοναξιά.

Είναι ιδιαίτερα τιμητικό να βρίσκει την αποτύπωσή του στο έργο της ζωγράφου Κωνσταντίνας Μηνά ακουαρέλα σε χαρτί.