Η ποίηση της Έλενας Πίνη συναντάει τη ζωγραφική του Κώστα Μπιθικούκη

 

                                                     ΕΡΗΜΟ ΛΙΜΑΝΙ

 

Έρημο λιμάνι από καιρό,

βάρκα καμιά δεν το ζυγώνει.

Μάθανε λέει πως σ’ αυτό,

χαρά κανείς δεν ανταμώνει.

 

Έρημο λιμάνι θολερό,

δίχως ψαράδες στην προβλήτα.

Φύγανε για άγνωστο γιαλό,

γιατί δεν άντεχαν την ήττα.

 

Έρημο λιμάνι βροχερό,

άγκυρα ήλιος δε σου ρίχνει.

Κρύφτηκε πίσω απ’ το βουνό,

γιατί φοβήθηκε το δίχτυ.

 

Και πως ζητάς εσύ,

αυτά να τα ξεχάσεις

και το κορμί σου

στα νερά μου να το χάσεις.

 

Και πως ριγώ εγώ,

αυτό να το κρατήσω

και με το ρούχο

της σαγήνης να το ντύσω.

 

Έλενα Πίνη

 

Έργο του Κώστα Μπιθικούκη

 

 

Νίκος Καζαντζάκης και Ίων Δραγούμης

Το μανιχαϊστικό δίπολο, η κατάφαση και η άρνηση στη σκέψη του Νίκου Καζαντζάκη και άλλοι φιλοσοφικοί προβληματισμοί που αναδύονται στο έργο του. Ο θαυμασμός του για τον Ίωνα Δραγούμη. Μέρος Β´.

Ένα κείμενο που έχει γράψει και αναδημοσιεύουμε ο Κώστας Τάταρης

Οι δύο πόλοι στην σκέψη τού Νίκου Καζαντζάκη. Μέρος Β: Η υπέρβαση τους και ο Ίων Δραγούμης.

Συνέντευξη με την Ειρήνη Βαρβάρα Λαγουβάρδου

Συναντήσαμε την Ειρήνη Βαρβάρα Λαγουβάρδου και είχαμε μια όμορφη συνέντευξη στην αίθουσα της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Λίγο πριν την παρουσίαση της τελευταίας της ποιητικής συλλογής «Στα Μονοπάτια της Γενέθλιας Γης» περισσότερα στο βίντεο που ακολουθεί:

 

Η Κατερίνα Βόγλη ρίχνει «12 Σταγόνες» στα «Μάτια του Δάσους»

Δελτίο Τύπου

Η Κατερίνα Βόγλη ρίχνει «12 Σταγόνες» στα «Μάτια του Δάσους»

Η συγγραφέας Κατερίνα Βόγλη σας περιμένει την Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019, στις 18:30, στο Ξενοδοχείο Μίνωα (Καρόλου 12, Αθήνα), στην παρουσίαση του νέου της βιβλίου «12 σταγόνες».

Η εκδήλωση στο facebook:

https://www.facebook.com/events/2353459531549922/?ti=cl

(περισσότερα…)

Συνομιλώντας με τη Γωγώ Ψαχούλια συγγραφέα του βιβλίου «Aν ήσουν εδώ» εκδόσεις ΕΞΗ

Συνομιλώντας με τη Γωγώ Ψαχούλια συγγραφέα του βιβλίου «Aν ήσουν εδώ» εκδόσεις ΕΞΗ

Η σελίδα της συγγραφέα στο facebook:

https://www.facebook.com/an.isoun.edo/

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ «ΜΕΓΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ”

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ «ΜΕΓΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ”

Η φαντασία έχει τη δύναμη να εκφράζει με τους πιο ελεύθερους τρόπους την αλήθεια των ανθρώπων…

Όσα μπορούμε να ανακαλύψουμε για τον εαυτό μας μέσα από μια διαδρομή μυστήριο, των ηρώων του βιβλίου της Μαρίας Χονδρού “θαμμένες μνήμες” το Σάββατο 22/12 15:00 με 17:00 στο Σπίτι με τον κήπο. Η Βίκυ Σακκή (ψυχολόγος/ψυχοθεραπεύτρια) ο Περικλής Ασημακόπουλος (ηθοποιός) και η Έφη Καραγιάννη (ηθοποιός) σας περιμένουν να ταξιδέψουμε μαζί στα μονοπάτια των αναμνήσεων, των βιωμάτων και της φαντασίας μας και να λύσουμε μαζί το μυστήριο της λύτρωσης των ηρώων της ιστορίας.

* Στο σπίτι με τον κήπο θα βρίσκεται και η συγγραφέας Μαρία Χονδρού και η ζωγράφος Κωνσταντίνα Μηνά, εκθέτοντας το έργο που έχει εμπνευστεί άπο το βιβλίο «θαμμένες μνήμες”

Πληροφορίες/ κρατήσεις: 210 59 07 950
Κόστος συμμετοχής: 25 ευρώ με ένα ποτήρι κρασί και λιχουδιά.

Οι «ΔΕΣΜΙΟΙ ΟΝΕΙΡΩΝ» της Έλενας Πίνη συναντάνε τη ζωγραφική του Κώστα Μπιθικούκη

ΔΕΣΜΙΟΙ ΟΝΕΙΡΩΝ
(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Υπάρχουν όμως και βράδια,
που έξω απ’ το τζάμι λυσσομανάει ο άνεμος
και ξεσηκώνει θύελλα μέσα μου.

Τα φυλλοκάρδια μου βαράνε πάνω στα τείχη
που έχτισε ο χρόνος.
Έτσι τάχα, περιφρούρησε την καρδιά μου
για να μην πονά.

Μάταια.

Βαράνε και ξυπνούν τη νοσταλγία.

Απλά νοσταλγείς –

Θυμάμαι εκείνο το άγγιγμα.
Όσο χρόνος ζωής μου υπολείπεται,
αντάλλαγμα ακριβό θα το’ δινα,
για κείνο το άγγιγμα.

Ας ήταν μια μέρα βροχερή,
σαν τη σημερινή, να’ ρχόσουν.
Ο κήπος, μαραμένος, γεμάτος λασπόνερα.
Μοναχά ένας σκύλος, δεμένος, σ΄ ένα γέρικο πάσσαλο,
να περιμένει κάποιον,
να του δώσει ένα χάδι.

Κι εσύ να σπρώξεις την πόρτα
σαν άλλοτε,
σαν συλλέκτης ψυχών.

Κι εγώ να μετρώ
τα βήματά σου,
μέχρι την πολυθρόνα.
Επτά.
Επτά βήματα μας χώριζαν πάντα.
Ποτέ δεν γίνονταν παραπάνω.
Ποτέ τους δεν λιγόστευαν.

Σαν να μετρούσα την επιθυμία.
Σαν να ζύγιαζα τον πόθο.

Πάντα ίδια.
Για σένα.
Για μένα.
Ο χρόνος τα έτρεφε. Τα έκανε θεριά.

Έλενα Πίνη
(Εκδόσεις Anima)

 

Έργο του Κώστα Μπιθικούκη

Τα παραμύθια που άγγιξαν τα παιδικά μας χρόνια (Το κοριτσάκι με τα σπίρτα)

Το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα (Den Lille Pige med Svovlstikkerne) είναι ένα παραμύθι από τον Δανό ποιητή και συγγραφέα Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Η ιστορία αφορά στα όνειρα και στην ελπίδα ενός ετοιμοθάνατου παιδιού, και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1845. Έχει προσαρμοστεί σε κινούμενα σχέδια, τηλεοπτικές μουσικές ταινίες και έχει παιχτεί σε θεατρικές παραστάσεις σε όλο τον κόσμο .
Το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα είναι ένα έργο διαχρονικό και ανθρώπινο. Παρά το γεγονός πως είναι απ’ τα λίγα παραμύθια με απαισιόδοξο τέλος, αποτελεί αγαπημένο ανάγνωσμα των μικρών και των μεγάλων, διότι δίνει μηνύματα αγάπης.
Αποτελεί ένα μάθημα για όλους, για να εκτιμήσουμε όλα όσα έχουμε, για να βρούμε χρόνο να κοιτάξουμε τι συμβαίνει γύρω μας. Ίσως κάποιος να υποφέρει και να πεινάει έξω από το σπίτι μας. Ίσως κάποιος να είναι άστεγος και να ζει μέσα στο κρύο. Ας προσφέρουμε ανιδιοτελώς την αγάπη μας σε ανθρώπους που έχουν την ανάγκη μας και ας μοιραζόμαστε τα υλικά αγαθά που πιθανόν να μας περισσεύουν.

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ

Έκανε κρύο φοβερό, έπεφτε χιόνι πυκνό και είχε αρχίσει να νυχτώνει· το βράδυ, το τελευταίο βράδυ του χρόνου, πλησίαζε. Αλλά παρά το κρύο και το σκοτάδι, ένα φτωχό κοριτσάκι, ξεσκούφωτο και ξυπόλυτο, γύριζε στους δρόμους. Όταν έφυγε από το σπίτι της φορούσε παντόφλες, αλλά ήτανε πολύ μεγάλες – αφού ανήκανε στη μητέρα της – και της έφυγαν από τα ποδαράκια κάποια στιγμή που διέσχιζε τρέχοντας το δρόμο για ν’ αποφύγει δυο άμαξες. Η μία παντόφλα χάθηκε, την άλλη την άρπαξε ένα παιδί που ήθελε να την κάνει κούνια για την κούκλα του.
Έτσι λοιπόν το κοριτσάκι περπατούσε ξυπόλυτο και τα πόδια του είχανε μελανιάσει από το κρύο. Κρατούσε ένα ματσάκι σπίρτα στο χέρι, και στην τσέπη της φθαρμένης της ποδιάς είχε κι άλλα. Κανένας δεν είχε αγοράσει ούτε ένα σπίρτο όλη την ημέρα, κανένας δεν της είχε δώσει μια δεκάρα. Έτρεμε από το κρύο και την πείνα καθώς σερνόταν εδώ κι εκεί – προσωποποίηση της δυστυχίας – το κακόμοιρο το κοριτσάκι.
Νιφάδες χιονιού κάθονταν στα μακριά, ξανθά μαλλιά της, που έπεφταν χυτά σε μπούκλες ως τους ώμους της· αλλά η μικρή δεν σκεφτότανε ούτε την ομορφιά της ούτε το κρύο. Σε όλα τα παράθυρα έλαμπαν φώτα κι η μυρωδιά της ψητής χήνας έβγαινε από μερικά σπίτια: ήτανε παραμονή Πρωτοχρονιάς, κι αυτό μόνο σκεφτότανε το κοριτσάκι.
Σε μια γωνία που σχημάτιζαν δυο σπίτια, επειδή το ένα προεξείχε από το άλλο, το κοριτσάκι κάθισε και ζάρωσε τα ποδαράκια του όσο γινόταν πιο σφιχτά, όμως δεν μπορούσε να τα ζεστάνει. Δεν τολμούσε να γυρίσει στο σπίτι, γιατί δεν είχε πουλήσει ούτε ένα σπίρτο, δεν είχε κερδίσει ούτε μια δεκάρα, και ίσως ο πατέρας της την έδερνε· άλλωστε, η σοφίτα που μένανε δεν ήτανε πιο ζεστή από το δρόμο, και παρ’ όλο που είχανε φράξει πολλές τρύπες στη στέγη με άχυρα και κουρέλια, ο παγωμένος αέρας και το χιόνι έμπαιναν μέσα. Τα χεράκια του κοριτσιού ήτανε ξυλιασμένα· ένα μονάχα σπίρτο αν άναβε, μπορεί και να τα ζέσταινε λιγάκι. Πήρε ένα από το μάτσο και το ‘τριψε στον τοίχο: μπράβο! Έβγαλε μια φωτεινή, ξεστή φλόγα και η μικρή πλησίασε τα χέρια της. Τότε της φάνηκε σαν να φωτίστηκαν όλα γύρω από τη μαγική φλόγα· και η μικρή νόμισε ότι στ’ αλήθεια καθότανε μπροστά σε μια μεγάλη σιδερένια θερμάστρα με μπρούντζινα στολίδια, που μέσα της κόρωνε η φωτιά. Η μικρή τέντωσε και τα πόδια της για να ζεσταθούν· όμως, τι κρίμα, μέσα σε λίγες στιγμές η φλόγα έσβησε, χάθηκε κι η θερμάστρα, και το κοριτσάκι βρέθηκε πάλι ξυλιασμένο με την κάφτρα του σπίρτου στο χέρι.
Έτριβε και δεύτερο σπίρτο στον τοίχο, που άναψε και λαμποκόπησε, και σ’ όποιο σημείο του τοίχου έπεφτε το φως του, τον έκανε διάφανο σαν πέπλο, έτσι που το κοριτσάκι μπορούσε να δει τι γινότανε μέσα στο σπίτι. Στο τραπέζι ήταν στρωμένο ένα κατάλευκο τραπεζομάντιλο από δαμασκηνό ύφασμα και πάνω του σερβίτσιο πορσελάνινο· η ψητή χήνα, γεμισμένη με μήλα και ξερά δαμάσκηνα, μοσχομύριζε. Αλλά τότε ξαφνικά η χήνα, που είχε ακόμα μπηγμένα στο στήθος της ένα μαχαίρι κι ένα πιρούνι, πήδηξε απ’ την πιατέλα στο πάτωμα και προχώρησε κουνιστή και λυγιστή προς το μέρος του φτωχού κοριτσιού. Όμως εκείνη τη στιγμή έσβησε το σπίρτο και η μικρή βρέθηκε πάλι δίπλα στον χοντρό, κρύο τοίχο.
Άναψε τρίτο σπίρτο. Πάλι άστραψε η φλόγα, κι αυτή τη φορά βρέθηκε κάτω από ένα πανέμορφο χριστουγεννιάτικο δέντρο, πολύ μεγαλύτερο και πολύ πλουσιότερο από εκείνο που είχε δει ανήμερα τα Χριστούγεννα μέσα από τις γυάλινες πόρτες στο σπίτι του πλούσιου εμπόρου. Εκατοντάδες κεράκια φώτιζαν τα πράσινα κλαδιά του, όπου ήτανε κρεμασμένες μικροσκοπικές κούκλες, απ’ αυτές που βλέπουμε στις βιτρίνες των καλών καταστημάτων. Η μικρή τέντωσε τα χέρια της να τις αγγίξει, αλλά εκείνη τη στιγμή το σπίρτο έσβησε· όμως τα χριστουγεννιάτικα κεράκια ανέβηκαν ψηλά, πολύ ψηλά, η μικρή τα έβλεπε σαν να ήταν αστέρια στον ουρανό. Κι ένα από τ’ αστέρια έπεσε, αφήνοντας πίσω του μια φωτεινή ουρά.
«Κάποιος πεθαίνει ετούτη τη στιγμή», είπε το κοριτσάκι· αυτό της το είχε μάθει η γιαγιά της – ο μοναδικός άνθρωπος που της είχε φερθεί καλά, αλλά τώρα ήτανε πεθαμένη -, ότι δηλαδή, όποτε πέφτει ένα αστέρι στη γη, κάποια ψυχή ανεβαίνει στο Θεό.
Έτριψε κι άλλο σπίρτο στον τοίχο, κι όταν άναψε, είδε να στέκεται μπροστά της η αγαπημένη της γιαγιά, ευγενική και τρυφερή όπως πάντα, αλλά και γελαστή και χαρούμενη όσο δεν την είχε ξαναδεί ποτέ της.
«Γιαγιάκα μου!» φώναξε η μικρή. «Αχ, πάρε με μαζί σου! Ξέρω ότι θα χαθείς κι εσύ μόλις σβήσει το σπίρτο, όπως χάθηκε η ζεστή φωτιά στη σόμπα και το υπέροχο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι και το πανέμορφο χριστουγεννιάτικο δέντρο!» Κι άρπαξε όλα τα υπόλοιπα σπίρτα και τ’ άναψε για να μη χαθεί η γιαγιά της. Και τα σπίρτα έκαναν μια μεγάλη φλόγα και τα φώτισαν όλα γύρω σαν να ήτανε μέρα-μεσημέρι. Ποτέ η γιαγιά της δεν είχε παρουσιαστεί τόσο ψηλή και καλοντυμένη, τόσο ωραία κι ευγενική· πήρε το κοριτσάκι στην αγκαλιά της και πετάξανε μαζί, χαρούμενες κι οι δύο, ψηλά, πολύ ψηλά, εκεί όπου δεν υπάρχει ούτε κρύο ούτε πείνα ούτε βάσανα: στον Παράδεισο.
Το άλλο πρωί βρέθηκε το κοριτσάκι κουρνιασμένο στη γωνία. Τα μάγουλά της ήταν ρόδινα, τα χείλη της χαμογελαστά· αλλά το κρύο της τελευταίας νύχτας του παλιού χρόνου είχε ξυλιάσει το κορμάκι της. Ο ήλιος της Πρωτοχρονιάς έλαμψε πάνω από το άψυχο παιδί, που έγερνε στον τοίχο μ’ ένα μάτσο καμένα σπίρτα στην αγκαλιά του. «Προσπαθούσε να ζεσταθεί το κακόμοιρο!» έλεγε ο κόσμος. Αλλά κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί τα υπέροχα πράγματα που είχε δει, ούτε ότι εκείνη την ώρα κάπου πολύ ψηλά η μικρή και η γιαγιά της χαιρόντουσαν την ωραιότερη Πρωτοχρονιά τους.
[πηγή: Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Ιστορίες και Παραμύθια, μετάφραση Ερρίκος Μπελιές, Ωκεανίδα, Αθήνα 1993, σ. 39-43]

Only Piano – Loneliness
Composer- Musician: Adrian von Ziegler