Μιλάμε με την Αγγελική Αγγελοπούλου για την ποιητική συλλογή «Βανίλια Υποβρύχιο». Το πρώτο της βιβλίο που εκδίδεται απο τις εκδόσεις Flisvospublics!!!!!

Μιλάμε με την Αγγελική Αγγελοπούλου για την ποιητική συλλογή «Βανίλια Υποβρύχιο». Το πρώτο της βιβλίο που εκδίδεται απο τις εκδόσεις Flisvospublics. Μια ζεστή κουβέντα με μια ποιήτρια που ήρθε να μας εκπλήξει με τη πρώτη της ποιητική συλλογή. Η παρουσίαση της Συλλογής θα γίνει στο  Harry’s Bar(Ζωοδόχου Πηγής,3 Αθήνα), την Κυριακή, 15Δεκεμβρίου, 2019, στις 7:30 μ.μ.

ΣΤΑ ΠΕΛΑΓΑ ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ γράφει η Χριστιάνα Οικονόμου

Η φράση του Μαρτιάλη,Nec secum nec sine te possum vivere, θα μπορούσε να συνοψίσει επιγραμματικά τον κόσμο που χαρτογραφεί με την πρώτη ποιητική της συλλογή «Βανίλια Υποβρύχιο» η Αγγελική Αγγελοπούλου, ένα σύμπαν εγγενών αντινομιών που διέπουν την ουσία της Ύπαρξης και αντανακλώνται στις ανθρώπινες σχέσεις. Η φυσική παρουσία του Έτερου δεν καθίσταται απαραίτητη συνθήκη της δημιουργίας αυθεντικής ψυχικής επαφής και ουσιαστικής επικοινωνίας των δύο πλευρών, αλλά αντίθετα η φθοροποιός επίδραση του χρόνου αλλοιώνει τη δυναμική της συναισθηματικής συμμετοχής του στην ερωτική σύνδεση. Ενίοτε οι δύο πλευρές αποτελούν συμπληρωματικές και αλληλεξαρτώμενες οντότητες, που παρά τη βίωση συχνών συγκρουσιακών καταστάσεων δεν οδηγούνται στην τελική ρήξη. Συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις η μία πλευρά αναδεικνύεται σε δεσποτική φιγούρα που χειραγωγεί την άλλη με βασικό όπλο την απειλή, ή την υλοποίηση της «Φυγής», όμως η «υποτελής πλευρά», αν και φαινομενικά υιοθετεί το ρόλο του θύματος, στην πραγματικότητα διαθέτει μεγαλύτερη ισχύ, καθώς εγγυάται τη διατήρηση της εξουσιαστικής θέσης του θύτη. «Και όταν αναρωτιέσαι τι συμβαίνει να παίρνω πίσω τις μέρες που μου στέρησες με τις σιωπές, τις απουσίες , τα μη και τα όχι. Κάθε σύσπαση του κορμιού σου να σε σπρώχνει στο Καθαρτήριο Κι εγώ να χαίρομαι ξέροντας ότι σε έχασα για πάντα.»

Το πέρασμα του χρόνου επιδρά καταλυτικά στη συγκρότηση του Είναι και της ταυτότητας του ατόμου, που δέσμιο ενός στατικού σύμπαντος υιοθετεί ακούσια ένα μηχανισμό εμμονικής καταφυγής στις αναμνήσεις του παρελθόντος και συγχρόνως μιας ατέρμονης αναμονής ενός ακαθόριστου σημείου του χωροχρόνου, το οποίο συμβατικά αποδίδεται με τη λέξη Αύριο. Τι σηματοδοτεί όμως αυτό το κομβικό σημείο στην πορεία του ανθρώπινου βίου; Η έλευσή του δεν προσλαμβάνει κάποια μεσσιανική προοπτική, δεν λειτουργεί σαν μία άλλη «Κολυμβήθρα του Σιλωάμ» που θα συντελέσει στην ολοκληρωτική κάθαρση του ατόμου και στη σωματική και πνευματική του αναγέννηση, αλλά ισοδυναμεί με έναν ψυχικό Αρμαγεδώνα, το ολοκληρωτικό γκρέμισμα του σαθρού οικοδομήματος των κάλπικων ονείρων : «Αυτό το αύριο που έρχεται και μας ζυγώνει με θάνατο, χωρίς ελπίδα», όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζει η δημιουργός στο ομώνυμο ποίημα. Το άτομο τοποθετείται σε ένα μεταβατικό πεδίο διαρκούς εκκρεμότητας και αναμονής της ασαφούς αυτής χρονικής στιγμής που επιδέχεται ποικίλες ερμηνείες, ενώ η συντήρηση της κατάστασης της αναμονής «δραματοποιημένη πρόζα η αναμονή», επώδυνη ή μάταιη «Το αναστάσιμο φως λούζει τις υπεκφυγές ανέσπερο. Πολύ κακό για το τίποτα θα πω» είναι σκόπιμη καθώς διαιωνίζεται από το ίδιο το άτομο προσδίδοντας νόημα στην υπαρξιακή του κενότητα, επιβραδύνοντας παράλληλα τον ερχομό του τέλους, ίσως και τον ολοσχερή αφανισμό του εξιδανικευμένου ερωτικού συναισθήματος, της ψευδαίσθησης της Ουτοπίας. «Όσο λείπεις σε θέλω πιο πολύ. Μα όταν είσαι δίπλα μου εξοργίζομαι».

Η υπαρξιακή οδύνη επιτείνεται ακόμη περισσότερο με την προσπάθεια ανάκλησης θραυσμάτων της μνήμης που λειτουργούν επικουρικά στη διαδικασία της αναμονής του Τέλους, του αγαπημένου προσώπου-λυτρωτή, ή κατατρέχουν βασανιστικά το άτομο με τη μορφή Ερινύων, «Τα δεσμά της μνήμης ζητούν να λύσουν τις ερινύες μου προκαλούν κι αντίστροφα το χρόνο μετράνε» ενώ η ζοφερή αυτή ατμόσφαιρα διακόπτεται και αποσυμπιέζεται με εικόνες ανασύνθεσης στιγμών ψυχικής ευφορίας, που μετατοπίζονται από τον Βόσπορο και το αιγαιοπελαγίτικο τοπίο με κυρίαρχο μοτίβο το υδάτινο στοιχείο, τη θάλασσα, στο δυτικό κόσμο, στο δάσος της Βουλώνης και στις καλλιτεχνικές γωνιές ενός αμιγώς αστικού τοπίου, της Μοντμάρτρης του Παρισιού ή στα γοτθικά αρχιτεκτονικά μέλη του Καθεδρικού της Σαρτρ. Στην ουσία η συσσώρευση αναφορών και εικόνων του φυσικού περιβάλλοντος συγκροτεί, όχι ένα χωροταξικό, αλλά υπαρξιακό τοπίο με το οποίο αλληλεπιδρά το άτομο, ένα δραματικό σκηνικό απεικόνισης μιας γεωμετρικής συνένωσης διακριτών τόπων χωρίς ενιαία ολότητα, αντιπροσωπευτικών όμως των σημαντικών εποχών περιόδων της ζωής του. Εκτός όμως από την αποτύπωση της έκφρασης του υπαρξιακού αδιεξόδου και της αποδόμησης του Εαυτού που δημιουργούν οι ανθρώπινες σχέσεις , με τη δύναμη των εικόνων που αποδίδουν το φυσικό περιβάλλον, τους ήχους ή την μυρωδιά των οργανικών μερών του, η Αγγελική Αγγελοπούλου μας μεταφέρει την αίσθηση της γαλήνης και της νοσταλγίας εμπειριών που δεν έχουμε βιώσει εμείς οι ίδιοι, «Ζέστη και νοσταλγία του καλοκαιριού οι ώρες. Η ξενοιασιά, φρέσκο νερό, το πλοίο για την Αμοργό…» προτρέποντάς τον αναγνώστη να αναδυθεί από τη θάλασσα της απόγνωσης «είμαστε απόνερα στης θάλασσας το μνήμα.» και να παλέψει ακόμη και ενάντια σε μια Αναπόδραστη Ειμαρμένη: «’Οποιος τη μοίρα του αποφάσισε ν’αλλάξει τα θέλω και τα πρέπει του έβαλε σε μια τάξη».

Χριστιάνα Οικονόμου
Φιλόλογος-MPhil στις Θεατρικές Σπουδές

Οι εκδόσεις Flisvospublics υποδέχονται την ποιήτρια Αγγελική Αγγελοπούλου και την ποιητική της συλλογή «Βανίλια Υποβρύχιο»

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Οι εκδόσεις Flisvospublics υποδέχονται την ποιήτρια Αγγελική Αγγελοπούλου και την ποιητική της συλλογή «Βανίλια Υποβρύχιο», στον χώρο του Harry’s Bar(Ζωοδόχου Πηγής,3 Αθήνα), την Κυριακή, 15Δεκεμβρίου, 2019, στις 7:30 μ.μ.

Το βιβλίο αξιοποιεί τη σύγχρονη τεχνολογία και συνοδεύεται με απαγγελίες ποιημάτων από την ίδια την ποιήτρια. Κεντρικό θέμα ποίησής της, η έκφραση του υπαρξιακού αδιεξόδου και της αποδόμησης του Εαυτού που δημιουργούν οι ανθρώπινες σχέσεις . Όμως, με τη δύναμη των εικόνων που αποδίδουν το φυσικό περιβάλλον, τους ήχους ή την μυρωδιά των οργανικών μερών του, η Αγγελική Αγγελοπούλου μας μεταφέρει την αίσθηση της γαλήνης και της νοσταλγίας εμπειριών που δεν έχουμε βιώσει εμείς οι ίδιοι, «Ζέστη και νοσταλγία του καλοκαιριού οι ώρες. Η ξενοιασιά, φρέσκο νερό, το πλοίο για την Αμοργό…» προτρέποντάς τον αναγνώστη να αναδυθεί από τη θάλασσα της απόγνωσης «είμαστε απόνερα στης θάλασσας το μνήμα.» και να παλέψει ακόμη και ενάντια σε μια Αναπόδραστη Ειμαρμένη: «’Οποιος τη μοίρα του αποφάσισε ν’αλλάξει τα θέλω και τα πρέπει του έβαλε σε μια τάξη».

                                                             ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Παρουσίαση: Μαρία Βέρρου(Συγγραφέας-Μεταφράστρια)
Φωτεινή Μπαλή(Ψυχολόγος)

Συντονισμός: Αμαρυλλίς Ξενάκη

Αφήγηση: Γρηγόρης Ορφανουδάκης(Ηθοποιός-Εκφωνητής)
Ελπίδα Μηναδάκη(Συγγραφέας-Ηθοποιός-Θεατρική Παραγωγός)
Μουσικό Σχήμα: Ωδηπόροι (Ντόρα Μάλλιαρη, Γιώργος Παπουτσάς, Νίκος Ιωαννίδης)

Η Έλενα Πίνη συνομιλει με τον Γιάννη Σκαρίμπα

ΦΑΝΤΑΣΙΑ
(από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)
Νά ναι σά νά μάς σπρώχνει ένας αέρας μαζί
πρός έναν δρόμο φιδωτό πού σβεί στά χάη,
καί σένα τού καπέλου σου πλατειά καί φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά νά χαιρετάει.
Και νάν’ σάν κάτι νά μού λές, κάτι ωραίο κοντά
γι’ άστρα, τή ζώνη πού πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αύτός ο άνεμος τρελά-τρελά νά μάς σκουντά
όλο πρός τή γραμμή των οριζόντων.
Κι όλο νά λές, νά λές, στά βάθη τής νυκτός
γιά ένα – μέ γυάλινα πανιά – πλοίο πού πάει
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο πού πέφτει εκτός:
έξω απ’ τόν κύκλο των νερών – στά χάη.

Κι όλο νά πνέει, νά μάς ωθεί αύτός ο άνεμος μαζί
πέρ’ από τόπους καί καιρούς, έως ότου – φως μου –
(καθώς τρελά θά χαιρετάει κείν’ η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ’ τήν τρικυμία αύτού τού κόσμου . . .

ΣΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΝΙΚΗΤΕΣ

Τ’ άστρα αγωνίζονταν να βγούνε νικητές,
μα τα σύννεφα της πόλης αγόγγυστα νικούσαν.
Ήθελαν βλέπεις, να κρύψουν τους εραστές
που αγκαλιασμένοι στα πεζοδρόμια περπατούσαν.

Κι ο αγέρας της θάλασσας που φύσαγε δυνατός
έριχνε τα κορμιά στις αγκαλιές των ερωμένων.
Για να θεριέψει τα κύματά τους εντός
που θα τους βγάλουν μακριά από ακτές χρόνων περασμένων.

Κι η φαντασία τους τούς πλάνευε να πουν
το σ’ αγαπώ σημαία τους να κάνουν
και σ’ ένα πλοίο δίχως άγκυρα να μπουν
ταξιδευτές του κόσμου ν’ ανασάνουν.

Δεν υπολόγιζαν ούτε θεό ούτε θνητό,
μονάχα τον έρωτά τους ακολουθούσαν
και στα νερά τους θα κρύβαν το μυστικό
που μέχρι θανάτου τους δε θα τ’ ομολογούσαν.

Τ’ άστρα αγωνίζονταν να βγούνε νικητές,
μα τα σύννεφα της πόλης αγόγγυστα νικούσαν.
Ήθελαν βλέπεις να κρύψουν τους εραστές
που αγκαλιασμένοι στα ονείρατά τους περπατούσαν.

Έλενα Πίνη

βιογραφικό

Ο Γιάννης Σκαρίμπας (Αγία Ευθυμία Φωκίδος, 28 Σεπτεμβρίου 1893 – Χαλκίδα, 21 Ιανουαρίου 1984) ήταν Έλληνας λογοτέχνης, κριτικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και πεζογράφος. Το έργο του, εντυπωσιακό σε έκταση και ποικιλία, σημαδεύτηκε από την έντονη αντιδικία του με τις καθιερωμένες αξίες της ζωής και του αστικού πολιτισμού. Εισήγαγε επίσης υπερρεαλιστικά στοιχεία στην ελληνική πεζογραφία. Θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους της ελληνικής λογοτεχνίας.
Ο Γιάννης Σκαρίμπας ήταν γόνος ιστορικής οικογένειας από την Αγία Ευθυμία της Φωκίδας, αφού ο πατέρας του, Ευθύμιος Σκαρίμπας, ήταν απόγονος αγωνιστών της Επανάστασης του 1821. Ξεκίνησε τις εγκύκλιες σπουδές του στο σχολαρχείο του Αιγίου και τις ολοκλήρωσε στην Πάτρα στο Α’ Γυμνάσιο Πατρών[4]. Υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό, την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο μακεδονικό μέτωπο, ως ανθυπασπιστής στο 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων, όπου διακρίθηκε, τραυματίστηκε στο σβέρκο και παρασημοφορήθηκε. Διορίστηκε τελωνοσταθμάρχης στην Ερέτρια (πρώην Νέα Ψαρά) και το 1915 εγκαταστάθηκε στη Χαλκίδα, για να εργαστεί εκεί ως εκτελωνιστής, ενώ παράλληλα γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τότε παντρεύτηκε με την Ελένη Κεφαλινίτη και απέκτησαν πέντε παιδιά. Μετά το γάμο του και μέχρι το 1922 αποσπάστηκε στο τελωνείο της Ερέτριας.
Στα γράμματα εμφανίστηκε κατά τη δεκαετία του 1910 με ποιήματα και πεζά που δημοσίευσε σε διάφορα περιοδικά της Αθήνας και στις εφημερίδες Εύριπος και Εύβοια της Χαλκίδας, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Κάλλις Εσπερινός. Η πρώτη του επίσημη εμφάνιση με το πραγματικό του όνομα έγινε το 1929, όταν έλαβε το Α΄ βραβείο διηγήματος για το πεζό Ο καπετάν Σουρμελής ο Στουραΐτης, το οποίο δημοσίευσε στο περιοδικό Ελληνικά Γράμματα του Κωστή Μπαστιά. Ο Γιάννης Σκαρίμπας ήταν ό σημαντικότερος εκπρόσωπος του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα γιατί τόσο το εικονοκλαστικό του ύφος όσο και ή ιδιόρρυθμη γλώσσα πού χρησιμοποίησε στα έργα του,προκάλεσε αίσθηση για την εποχή εκείνη. Βραβεύθηκε με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο λογοτεχνίας το 1976 (βλ. Βικιθήκη) για το αντιπολεμικό μυθιστόρημά του του, Φυγή προς τα εμπρός.
Ο μπαρμπα-Γιάννης Σκαρίμπας, όπως ήταν γνωστός στους φίλους του, έζησε όλη του τη ζωή στη Χαλκίδα και ταξίδεψε ελάχιστα. Κείμενά του υπάρχουν δημοσιευμένα και σε περιοδικά ενώ αρκετοί στίχοι του έχουν μελωποιηθεί. Τα πιό γνωστά μελοποιημένα ποιήματά του είναι Σπασμένο καράβι, Ουλαλούμ και Εαυτούληδες για τα οποία που έγραψαν μουσική αντίστοιχα οι συνθέτες Γιάννης Σπανός, Νικόλας Άσιμος και Διονύσης Τσακνής. Πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1984 και τάφηκε δημόσια δαπάνη στο κάστρο του Καράμπαμπα.
Το 1998 το σπίτι του όπου γεννήθηκε στην Αγία Ευθυμία ο Γιάννης Σκαρίμπας ανακηρύχθηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο γιατί «χρειάζεται κρατική προστασία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 1469/1950, το κτίριο που γεννήθηκε ο Γιάννης Σκαρίμπας στην κοινότητα Αγ. Ευθυμίας Ν. Φωκίδας, ιδιοκτησίας της Κοινότητας, επειδή συνδέεται με έναν από τους αξιολογότερους Έλληνες λογοτέχνες του 20ού αιώνα».
Ο Γιάννης Σκαρίμπας αυτοσυστηνόταν, με το προσωπικό ύφος που τον χαρακτήριζε, ως:
… συνταξιούχος τελωνειακός, διασαφιστής και τάχα λογοτέχνης αλλά και
Ανάξιος απόγονος ορεσίβιων προγόνων αναφερόμενος στην καταγωγή του από την Φωκίδα.
Σε ιδιόγραφο βιογραφικό σημείωμά του γράφει:
Γεννήθηκα το 1893 στο χωριό Αγια-Θυμιά της Παρνασσίδος – πρώην Δήμου Μυωνίας. Το δημοτικό μου σκολειό το πέρασα στην Ιτέα των Σαλώνων. Το Σχολαρχείο στο Αίγιο και το Γυμνάσιο στην Πάτρα. Εδώ (στη Χαλκίδα) ελθόντας για στρατιώτης (κληρωτός) το 1914 παντρεύτηκα (… εξ’ έρωτος). Έκτοτε, σχεδόν δεν ‘‘το κούνησα’’ από την πόλη ετούτη = τη Χαλκίδα. Έκανα οικογένεια (παιδιά, νύφες κι εγγόνια) και μνέσκω ακόμα, γράφοντας Λογοτεχνία και Ιστορία. Αλλά και Ποίηση και Θέατρο.
Τώρα υπέρ τα 84 μου χρόνια γεγονώς, εφησυχάζω (σχεδόν μόνος) στο σπιτάκι μου, ζων ‘‘αεί -μη- διδασκόμενος’’, εν αναμονή του ‘‘εσχάτου-μου-μαθήματος’’, ευχαριστώντας εκείνο που ονομάζουμε Θεό, ‘‘για τα βουνά και για τα δάση που είδα…’’ (του Ζαχ. Παπαντωνίου).
Και για το ακριβές των παραπάνω αυτών μου ασημάντων, υπογράφομαι,
ο ταπεινότατος
Γιάννης Σκαρίμπας

Η Έλενα Πίνη συνομιλεί με τη Μελισσάνθη!!!

ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ

Ας…

Σε τούτο το μεταξύ,
ας πούμε με τις λέξεις,
ας παίζουμε της ομιλίας το θείο παιγνίδι
ανύποπτοι ποιητές
που κλέψανε το μυστικό
να βλέπουνε και ν’ ακούνε,
ν’ αγγίζουνε και να γνωρίζουνε τα πράγματα,
την εικόνα του Κόσμου ξαναπλάθοντας
μ’ αστραφτερές λέξεις ας παίζουμε
καθώς παιδιά μ’ αθώα χοχλάδια
που ξεβράστηκαν στ’ ακροθαλάσσι
μόλις αγγίζοντας τη μυστική φωτιά
μόλις μαντεύοντας
τον κρύφιο κεραυνό,
με χώμα ας σκεπάζουμε και στάχτη
τη φλόγα που οι θνητοί ν’ αγγίσουν δεν τολμούν
δέσμιοι στο θάνατο
ας ξανοίξουμε τις χάρτινες βαρκούλες μας
μες στον αστραποβόλο ωκεανό…

ΜΕΤΑΞΥ ΜΑΣ

Μια υπόκωφη βοή
με τυραννάει τα βράδια,
σα να κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο
ένα αγριεμένο ζώο.
Κάποτε θέλησα να το φιλοξενήσω
στο σπίτι μου για λίγο,
νόμιζα πως θα το εξημέρωνα,
μα ήταν μάταιο.
Τώρα ο φόβος ξαγρυπνά αγκαλιά
στο κρεβάτι μου,
όπου κείτομαι ακούνητη για ώρες
δίχως να ανασαίνω.
Ψάχνω τον τρόπο
να το διώξω απ’ το σπίτι,
όχι το ζώο – αυτό το λυπάμαι – ,
το φόβο θέλω να διώξω.
Μάταια όμως προσπαθώ.

Μια υπόκωφη βροχή
με συντροφεύει τα βράδια,
σα να συνθέτει μια γλυκιά μελωδία
για το χαμένο μας εμείς.
Έψαχνα για χρόνια να βρω
το μεταξύ μας που μου έπαιζε κρυφτό,
σαν κακομαθημένο παιδί που
δεν θέλει να βγει απ’ την κρυψώνα του.
Τώρα το παιδί αυτό αποκαλύπτεται
γυμνό μπροστά μου,
κρατώντας στα τρεμάμενα χέρια
την καρδιά του.
Παλεύω με τη φωνή
μέσα μου, που δυνατά
φωνάζει «φύγε»,
μα τελικά μένω εδώ.
Αγκαλιά με το γυμνό μεταξύ μας.

Έλενα Πίνη

Η Μελισσάνθη, το πραγματικό όνομα της οποίας ήταν Ήβη Κούγια-Σκανδαλάκη (7 Απριλίου 1907 – 9 Νοεμβρίου 1990), ήταν Ελληνίδα ποιήτρια.
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 1907 και σπούδασε  γαλλική και γερμανική φιλολογία στο Γαλλικό Ινστιτούτο και στην Abendschule Αθηνών. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και καθηγήτρια γαλλικών. Ασχολήθηκε με την ποίηση και το 1930 εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή (Φωνές εντόμου). Η δεύτερη συλλογή της (Προφητείες) απετέλεσε φιλολογικό γεγονος, και μάλιστα ο Μιλτιάδης Μαλακάσης καυχιόταν ότι παρουσίασε πρώτος αυτό το ποιητικό «φαινόμενο», που «πραγματικά αγγίζει το θαύμα». Ακολούθησαν άλλες επτά συλλογές. Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της τιμήθηκε[1] με τον έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών (1936), με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1965), με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1976), με το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη κ.α.
Απεβίωσε στις 9 Νοεμβρίου 1990, ταλαιπωρημένη από τον καρκίνο, και ενταφιάστηκε στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών. Ήταν παντρεμένη από το 1932 με τον δικηγόρο και πολιτικό Ιωάννη Σκανδαλάκη.
Εκτός από τις επιμέρους τιμητικές διακρίσεις έργων της, η Μελισσάνθη τιμήθηκε για το σύνολο της ποιητικής προσφοράς της με το παράσημο Χρυσό Σταυρό του Βασιλικού Τάγματος της Ευποιίας.
Ποιητικές συλλογές
Φωνές εντόμου, Αθήνα 1930
Προφητείες, Αθήνα 1931
Φλεγόμενη βάτος, Αθήνα 1935
Ο γυρισμός του ασώτου, εκδ. «Αντωνόπουλος», Αθήνα 1936, 22 σελ. (έπαινος Ακαδημίας Αθηνών το 1938 — στη β΄ έκδοση)
Ωσαννά (1939)
Λυρική εξομολόγηση (1945, εύφημος μνεία Βραβείου Κωστή Παλαμά)
Η εποχή του ύπνου και της αγρύπνιας (1950)
Το ανθρώπινο σχήμα (1961)
Το φράγμα της σιωπής (1965, κρατικό βραβείο ποίησης)
Θεατρικό έργο
Ο μικρός αδελφός (1960, Σκιαρίδειο Βραβείο Παιδικού Θεάτρου)

Μοιραία εξέλιξη της Αγγελικής Αγγελοπούλου

Βρέχει, αμέτρητες σταγόνες
αδιάβροχες σκέψεις,
ανεκπλήρωτες ευχές
και σύννεφα.
Πλημμύρα, το συναίσθημα
ερωτικό διάνυσμα,
φευγαλέες αναμνήσεις
και απουσίες.
Δάκρυα, υγρά αποστάγματα
ορόσημα μοναξιάς,
διαβρώνουν την μνήμη
και τις αισθήσεις.

Βρέχει, πλημμύρα δακρύων…

Α.Α.

ΣΑΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ της Έλενας Πίνη

20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ – ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Η Παγκόσμια Ημέρα για τα Δικαιώματα του Παιδιού εορτάζεται κάθε χρόνο στις 20 Νοεμβρίου, με αφορμή την επέτειο υιοθέτησης από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 1989, της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού.
Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού αποτελεί το πλέον αποδεκτό κείμενο για τα ανθρώπινα δικαιώματα παγκοσμίως. Την έχουν επικυρώσει όλα τα κράτη του κόσμου, εκτός των ΗΠΑ και της Σομαλίας (η Ελλάδα την επικύρωσε στις 2 Δεκεμβρίου 1992 με τον νόμο 2101), και τα 54 άρθρα της καλύπτουν όλα τα δικαιώματα των παιδιών που χωρίζονται σε 4 τομείς: Δικαιώματα Επιβίωσης, Ανάπτυξης, Προστασίας και Δικαιώματα Συμμετοχής.
Η Χάρτα των Δικαιωμάτων του Παιδιού αναφέρει:

  • Δικαιούμαι να έρθω στη ζωή. Δικαιούμαι να υπάρξω.
  • Δικαιούμαι να μεγαλώσω σ’ έναν κόσμο χωρίς βία και φτώχεια.
  • Δικαιούμαι να έχω ελεύθερη πρόσβαση στο μαγικό κόσμο της γνώσης.
  • Δικαιούμαι να έχω ελεύθερο χρόνο και χώρο για να παίζω.
  • Δικαιούμαι να μάθω τι είναι καλό για την σωματική και ψυχική μου υγεία.
  • Δικαιούμαι να περνάω αρκετό χρόνο με τους γονείς μου.
  • Δικαιούμαι να ζήσω με αθωότητα και ανεμελιά τα παιδικά μου χρόνια.
  • Δικαιούμαι να ζήσω σε μια κοινωνία που προστατεύει τα προσωπικά μου δεδομένα.
  • Δικαιούμαι έναν κόσμο ανθρώπινο, δίκαιο και ειρηνικό. Έναν κόσμο στον οποίο θα μεγαλώσουν αύριο τα δικά μου παιδιά.

ΣΑΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Έχω μια γάτα τη Λαρίσα,
που ’ναι μαύρη σαν την πίσσα.
Μάτια που λάμπουν σαν τον ήλιο
και φοβερίζουν το σκύλο.

Σε ποιον να πω και να πιστέψει,
βασίλισσά του την έχει στέψει.
Πάντα θα κάνει το δικό της,
τον έχει και για αυλικό της.

Μα εγώ συνέχεια τα φροντίζω,
ποτέ μου δεν τα διαχωρίζω.
Τα αγαπάω και τα δύο,
και ας γίνεται αυτή θηρίο.

«Λαρίσα μου, δεν είσαι μόνη»,
της λέω κι εκείνη μου θυμώνει.
Παίρνει ένα βλέμμα ραδιούργο
και κυνηγάει τον Λυκούργο.

Κι η γειτονιά παραμιλάει,
το νικητή αναζητάει.
Στοιχηματίζουνε σ’ εκείνη,
βασίλισσα θα παραμείνει.

Κι αυτή γυρίζει όλο νάζι,
στα πόδια έρχεται και θρονιάζει.
Ζητάει να την καθαρίσω
και έπειτα να την κοιμίσω.

Μα εγώ φωνάζω και το μούργο,
διότι κυλίστηκε στο βούρκο.
Τους βάζω μέσα στη μπανιέρα
κι έτσι κλείνουμε τη μέρα.

Ξαπλώνουμε και στο κρεβάτι
κι αφήνουμε πίσω το γινάτι.
Μ’ ένα φιλί για καληνύχτα,
αχ, πόση αγάπη στη σοφίτα.

Το ποίημα ανήκει σε συλλογή με παιδικά ποιήματα.

Έρχεται η “Φτερωτή Ποδηλατούλα” την Κυριακή 24 Νοεμβρίου

Έρχεται η “Φτερωτή Ποδηλατούλα” την Κυριακή 24 Νοεμβρίου στο Δημαρχείο Φυλής Νίκος Λιάκος Πολύτιμη διαδραστική βιβλιοπαρουσίαση κατά του παιδικού εθισμού στο διαδίκτυοΤην Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2019 στις 11:30 π.μ. σας προσκαλούμε γονείς και παιδιά στο Δημαρχείο Φυλής «Νικόλαος Λιάκος» σε μια ξεχωριστή, διαδραστική βιβλιοπαρουσίαση του παραμυθιού της αγαπημένης Λίας Λάππα με τίτλο «Η Φτερωτή Ποδηλατούλα», το οποίο είναι το πρώτο παραμύθι στην Ελλάδα που αφορά στον παιδικό εθισμό κατά του διαδικτύου.
Λίγα λόγια για το βιβλίο:
«Στο ήσυχο χωριό της Μελένιας ήρθε από τον ουρανό η Φτερωτή Ποδηλατούλα, ένα κορίτσι πάνω σ’ ένα ποδήλατο που έχει φτερά…
Όμως δεν βλέπει κανέναν, καθώς έρχεται. Όλοι είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους…
Που είναι τα παιδιά και γιατί δεν παίζουν στις παιδικές χαρές; Γιατί θύμωσε ο κος Αθλητισμός; Γιατί χαίρεται η όμορφη κα Τεχνολογία;»
Οι απαντήσεις θα δοθούν από τα ίδια τα παιδιά μέσα από τις ζωγραφιές τους, μετά την παρουσίαση της ιστορίας της Φτερωτής Ποδηλατούλας.
Σας περιμένουμε!

Ο χειμώνας φλέγεται Του Δημήτριου Ρωμανού

Η φωτιά στο τζάκι δυνάμωνε καθώς έκαιγε τα σωθικά από τα μεγάλα δρύινα κούτσουρα. Οι φλόγες τρεμόπαιζαν δώθε κείθε, σε ένα ατέρμονο παιχνίδι μεταξύ φανταστικού και πραγματικού, υπνωτίζοντας την ατμόσφαιρα, προετοιμάζοντας την… Κάποιες φορές έγλειφαν, με πλέρια δόση ικανοποίησης, τα εξωτερικά κεραμικά τοιχώματα, επιχειρώντας επίμονα να δραπετεύσουν στο ευρύχωρο σαλόνι. Η Ερριέτα και ο Δημήτρης κείτονταν σιμά, αισθανόμενοι την φλόγινη ανάσα να διαπερνά τα γυμνά κορμιά τους.
-Να’ μαστε επιτέλους εδώ, σε τούτη την μικρή πανέμορφη γωνιά, αφουγκραζόμενοι τους παλμούς μας, αντικρύζοντας το μέλλον αντάμα, δίχως φόβο μα με περίσσιο πάθος, ανεφώνησε με ένα βαθύ αίσθημα ικανοποίησης ο Δημήτρης.
-Δεν πίστευα ότι θα τα καταφέρναμε, είπε η Ερριέτα.
-Η αλήθεια είναι πως το φοβόμουν πολύ. Βαθιά μέσα μου, όμως, δεν ξέρω, είχα την ακλόνητη πεποίθηση πως αυτό που μας ενώνει είναι τόσο δυνατό, γι’ αυτό και στο τέλος θα κέρδιζε. Γιατί δεν πρόκειται για κάτι εφήμερο, ποτέ δεν ήταν και το γνωρίζαμε και οι δύο, συμπλήρωσε ο Δημήτρης, στρέφοντας, ταυτόχρονα, το πρόσωπο προς τα πάνω εκπνέοντας λυτρωτικά.
-Όντως, έτσι το βιώνω κι εγώ!
-Φύσει αισιόδοξος βλέπεις. Και να, βρισκόμαστε σε αυτό το δωμάτιο μόνοι μας, αναπνέοντας αέρα ελευθερίας. Αν ζω μέσα σ’ όνειρο, παρακαλώ σας, μη με ξυπνάτε!
-Εκτός κι αν…
-Εκτός αν, τι; Ρώτησε ο Δημήτρης.
-Εκτός κι αν ξυπνήσεις με ένα ζεστό φιλί, απάντησε η Ερριέτα.
-Όνειρο μέσα στ’ όνειρο!
-Υπάρχουν στιγμές που όνειρο και πραγματικότητα συνουσιάζονται γινόμενα ένα, έτσι που είναι δύσκολο να τα διακρίνεις.
-Αυτή, όμως, είναι και η μαγεία της ερωτικής μέθεξης Ερριέτα μου.
-Ακριβώς Δημήτρη μου, γιατί μόνον ο Έρωτας διαθέτει τη δύναμη της μετουσίωσης ύλης και πνεύματος σε ένα, με συνδετικό στοιχείο την καρδιά. Αυτοστιγμή, Ερριέτα και Δημήτρης γύρισαν ο ένας προς τον άλλο, βάζοντας τα χέρια ο ένας στην καρδιά του άλλου.
-Το νοιώθεις, έτσι δεν είναι; Είπε η Ερριέτα.
-Ναι, νοιώθω έως τα βάθη της ύπαρξής μου ετούτη την υπερκόσμια έλξη. Σε θέλω Ερριέτα, να γευτώ από τ’άλικα χείλη σου το άναμα της ζωής έως ότου οι ανάσες και τα κορμιά μας γίνουν ένα, απάντησε ο Δημήτρης.
-Έλα, ψέλλισε η Ερριέτα με ελαφρά αλλαγμένη φωνή από τον βαθύ λυγμό της ηδονής που λαμπάδιαζε, σπιθαμή προς σπιθαμή, ολόκληρο το είναι της…
Το ξεροβόρι λυσσομανούσε, τα παγερά χειμωνιάτικα δόντια καιροφυλακτούσαν. Όλα αυτά όμως έως την στιγμή που δύο ψυχές, δύο ξαναμμένα σώματα κινούσαν προς την Εδέμ της ολοκλήρωσης. Ακριβώς τότε σταμάτησε, μεμιάς. Μια γλυκιά βροχή πήρε τη θέση του χαϊδεύοντας ηδονικά τα παραθυρόφυλλα…

Του Δημήτριου Ρωμανού

Ατσάλινες σιωπές της Αγγελικής Αγγελοπούλου


Απ΄άκρη σ’ άκρη φούντωσε για τα καλά ο καιρός.

Δεν έμεινε παρά μία χαραμάδα ελπίδας,

γι΄αυτούς που ψάχνουν στα σκουπίδια, αξίες και ιδανικά,

γι’ αυτούς που φύτεψαν μια σφαίρα στη συνείδηση και αναχώρησαν.

Κι όσοι μετρούν τον χρόνο, γυρνώντας την πλάτη στο “αύριο”,

βουλιάζουν στα λασπόνερα της μνήμης,

αγρίμια πεινασμένα που λιμοκτονούν, για δόξα, αξιώματα και τίτλους.

Μα ξάφνου, πίσω απ’ τα θολά δάκρυα, 

που πνίγουν οι χειροπέδες της ψυχής,

προβάλουν στο μισοσκόταδο, οι νέοι

με την σφραγίδα του ήλιου στο μέτωπο

και τα ολόδροσα τους χρόνια

από δυόσμο και βασιλικό.

Ντυμένοι λευτεριά και ιδανικά

κουβαλούν στον κόρφο τους , 

αυτή την χαραμάδα της ελπίδας που χάσαμε .

Και με ατσάλινες σιωπές ξεσπούν σε ουρλιαχτά

με καθαρές φωνές κι άφοβο βλέμμα.

Σβήνουν τους ίσκιους και τις Ερινύες.

Πυροβολούν τους προδότες που έκλεψαν τα όνειρα κάθε γενιάς

που ξέφτισε, σε εμφύλιους και καταστροφές, 

σε δικτατορίες και πραξικοπήματα

και σπέρνουν ξανά αγάπη στα “ματωμένα χώματα”

Αγγελική Αγγελοπούλου