Η Αισθητική Θεωρία του Πλωτίνου. (Γ’Μέρος)

Η Αισθητική Θεωρία του Πλωτίνου. (Γ’Μέρος)
Πώς περιγράφεται στις Εννεάδες; Σε ποια σημεία διαφοροποιείται από τον Πλάτωνα;

Η πρώτη ύλη δεν εμπεριέχει καθεαυτή το κάλλος, αλλά η ιδέα, η αιώνια και καθολική έννοια της ομορφιάς, ενυπάρχει στο νου του καλλιτέχνη και μετουσιώνεται σε διαμορφωμένη ύλη με τη συμβολή της δημιουργικής φαντασίας και του έργου του . Για τον Πλωτίνο, κάθε έργο τέχνης ή φυσικό δημιούργημα προαπαιτεί αληθινό πρότυπο και σοφό δημιουργό. Στο πλαίσιο του προβληματισμού του φιλοσόφου για το κάλλος εντάσσεται και η σοφία της γνώσης των ιδεών και των αισθητών όντων. Εν προκειμένω η σοφία του δημιουργού και η αληθινή ταυτίζονται. Ο καλλιτέχνης, όπως και ο φιλόσοφος μεταφέρει στις ένυλες ουσίες τη θεωρία των ιδεών. Η σοφία ταυτίζεται με την αληθινή ουσία, από την οποία εκπορεύεται η δημιουργία των προϊόντων της τέχνης και των φυσικών όντων . Στη σφαίρα του νου και των άχρονων αναλλοίωτων ιδεών η σοφία είναι αληθινή και ως τέτοια ανέκαθεν υπάρχει μία και ολική κατά κανένα τρόπο αθροιστική επιμέρους γνώσεων, η οποία ωστόσο δεν είναι αυτόνομη, αλλά άρρηκτα συνδεδεμένη με τον υπερουράνιο τόπο, που προηγούμενα ο Πλωτίνος τον περιγράφει ως τόπο κατοικίας των θεών και του Νου . Στην πορεία ανάπτυξης του συλλογισμού του, ο νοητός τόπος προβάλλεται ως εσωτερική εμπειρία και με την αξιοποίηση της παραμέτρου της δημιουργικής φαντασίας του καλλιτέχνη επεκτείνει την εμπειρία σε βίωμα του νοητού κάλλους. Γι’ αυτό χρησιμοποιεί πολλάκις σε αλληγορικό επίπεδο τη θεματική της οπτικής και ειδικά της πλατωνικής συνάντησης της εκπεμπόμενης δέσμης φωτός τα μάτια με το φως που διακτινοβολούν τα αισθητά αντικείμενα διά του χρώματος. Κατά συνέπεια η όραση μετατρέπεται από εγκεφαλική αισθητική λειτουργία σε ενοποιητικό παράγοντα των υλικών όντων, συνθήκη διασφάλισης της μοναδικότητάς τους. Ο συλλογισμός αυτός εύλογα οδήγησε τον Πλωτίνο στην αναγωγή της θέας του νοητού τόπου από τον ανθρώπινο Νου σε μεταφυσική σχέση της οποίας βασικός πυρήνας καθίσταται η ταύτιση του Νου με τη νοητή ομορφιά. Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του υπεραισθητού τόπου σύγκειται από τέσσερα σημεία: Το πρώτο συστατικό είναι η απόλυτη διαφάνεια. Στο νοητό χώρο τίποτε δεν υφίσταται ως διακριτή, ανεξάρτητη οντότητα, ενώ καμία πυκνότητα δε δημιουργεί απόσταση μεταξύ των πραγμάτων, θέαμα και θεατής αλληλοπεριχωρούνται, χωρίς να θέτουν με την ύλη τους όρια το ένα στο άλλο. Ένα στοιχείο συγκρότησης της ιδεατής αυτής πραγματικότητας έγκειται στην επικράτηση της συνθήκης της απόλυτης καθαρότητας που εντοπίζεται στην κίνηση. Αφού το κινούν δε διαφέρει από το κινούμενο, η ακινησία δεν επηρεάζεται από την κίνηση, και καθώς η κίνηση δεν την αφορά, το ωραίο είναι ωραίο, διότι βρίσκεται πέρα από το άσχημο . Η κινητική αιτία κρατά το κινητό σε συνεχή αδιατάρακτη κίνηση. Επίσης, στο νοητό τόπο και στο νοητό κάλλος δε μεσολαβεί χώρος ανάμεσα στις ιδέες-θεούς, καθώς δε βρίσκονται σε ορισμένο τόπο, αλλά τόπο έχουν το είναι τους και την ίδια τους την ύπαρξη, με αποτέλεσμα όταν ανυψώνονται στο Εν, να ανυψώνεται μαζί τους και ο τόπος. Τέλος στο νοητό τόπο και κάλλος δεν υφίσταται διάκριση μεταξύ μερών και όλου. Υπό την έννοια αυτή η καθολικότητα ταυτίζεται με τη μερικότητα, τα επιμέρους νοητά όντα είναι φορείς της καθολικότητας του Νου. Ο Νους δεν προηγείται του αντικειμένου του και οι ιδέες δε συνιστούν απλές έννοιες των πραγμάτων, αλλά εκδηλώνεται στη φύση ως ενότητα ξένη προς το πλήθος των διαφόρων συλλογιστικών προτάσεων, μια ενότητα που αν και δε συγκροτείται ως άθροισμα μπορεί να αναλυθεί σε πολλαπλότητα. Στην υπερβατική του ακινησία ο Νους συμπυκνώνει τα πάντα, ενώ έχει άγνοια της σχέσης αιτίου-αιτιατού. Καθώς ενεργεί μέσω της ψυχής προς τα έξω εκφράζει την απεριόριστη δύναμή του σε απειρία λόγων και εκτυπωμάτων του στο πλήθος των όντων κατά την ετοιμότητά τους να τον δεξιωθούν. Η τελειότητα του νοητού χώρου συνιστά μία εγγενή ιδιότητά του, που δεν αντλείται από κάποιον έξωθεν παράγοντα, καθώς στη νοητή πραγματικότητα τίποτα δεν ακολουθεί μία λογική αλληλουχία. Οι συλλογιστικοί τρόποι έπονται του νοητού αυτού τόπου, αποτελούν προέκτασή του και όχι λογικά στηρίγματά του. Η νοητή αυτή πραγματικότητα εμπεριέχει την αρχή και το τέλος της, συνιστά δηλαδή ένα κλειστό, τέλειο και ολοκληρωμένο σύστημα από το οποίο δεν απουσιάζει τίποτε. Η θεϊκή του πληρότητα είναι και τελειότητα, οπότε δεν είναι αναγκαία η κίνησή του προς μία ορισμένη κατεύθυνση, προς κάποιο τέλος που θα επέφερε την ολοκλήρωσή της. Επίσης, ο Νους χαρακτηρίζεται ως το πρωτογενώς ωραίο, που έγκειται στο ολομελές της ωραιότητάς του, η αδιαίρετη ομορφιά του είναι ιδέα. Ο αισθητός κόσμος, του οποίου αναπόσπαστο αίτιο καθίσταται η νοητή πραγματικότητα, δύναται μόνο σε μεταφορικό επίπεδο να χαρακτηριστεί εικόνα της, διότι η ετερότητά του, αποτελεί αισθητή φανέρωση της ταυτότητας του θείου παραδείγματος. Το αναίτιο του νοητού κόσμου αιτιολογεί το είναι των αισθητών, που προϋπάρχουν υπό τη μορφή ιδεών στο νοητό κόσμο και αναγνωρίζονται ως εκπομπή φωτός . Για τον Πλωτίνο η ύλη αποτελεί ένα μη ον, εικόνα και φάντασμα του σωματικού όγκου και ροπή προς το είναι, ωστόσο, όσο και να θεωρεί τον υλικό κόσμο ένα δημιούργημα της κοσμικής ψυχής με αρνητικό πρόσημο, δεν αφαιρεί την ομορφιά από τα ένυλα αντικείμενα, αλλά υπογραμμίζει την εξάρτηση του αισθητού κάλλους από το ιδεατό του πρότυπο, το νοητό κάλλος. Το νοητό κάλλος είναι καθαρή ομορφιά, ενώ το αισθητό είναι αναμεμειγμένο ως είδος με την άμορφη μάζα της ύλης, δε συνιστά δηλαδή αποκλειστικά ομορφιά .

Οι λόγοι αυτοί ενέχουν ξεχωριστά, σε διαφορετικό βαθμό έκαστος, τύπους πρωταρχικής ενότητας, στους οποίους εδραιώνεται οποιοδήποτε πνευματικό περιεχόμενο . Η γνώση δεν έγκειται στη συσσώρευση πληροφοριών και πολλαπλών συλλογισμών , αλλά συμπίπτει με το αντικείμενο που εκφράζει, το οποίο εμπεριέχεται σε αυτήν, δεν το παρακολουθεί έξωθεν. Στην αισθητική του Πλωτίνου η παράκαμψη της οπτικής ενατένισης των πολυποίκιλων μορφών του εξωτερικού και επιφανειακού κάλλους των υλικών ορατών δημιουργημάτων αποτελεί το εφαλτήριο της διεξαγωγής μίας εσώτερης ενδοσκοπικής διαδικασίας αυτεπίγνωσης και αναγνώρισης της άυλης ομορφιάς στον πυρήνα της ανθρώπινης ψυχής . Η τέχνη κατά συνέπεια συμβάλλει στην ανάκτηση της εσωτερικής ενότητας και τη διαμόρφωση ενός συνεκτικού εαυτού, ενώ συγχρόνως εγείρει στην ψυχή των θεατών του έργου τέχνης τον έρωτα για την πνευματική της προέκταση, διότι η ουσία της καλλιτεχνικής δημιουργίας έγκειται στην ίδια την Ιδέα. Κατά τη θέαση του αντικειμένου δημιουργείται ο έρωτας για το Κάλλος, που αποτελεί την πρώτη βαθμίδα της ανοδικής κλίμακας του ατόμου στην πορεία του προς την ενατένιση του Αγαθού. Το κάλλος αυτό ωστόσο νοείται ως ένα σύνολο, μία ολότητα, καθώς κανένα μέλος του δεν πρέπει να υπολείπεται σε ομορφιά . Η παρατήρηση του υπέρτατου και υπεραισθητού κάλλους καθιστά τον ίδιο τον θεατή-μέτοχο της υπέρτατης ομορφιάς, εύμορφο και αξιέραστο, εν αντιθέσει με την ανθρώπινη οντότητα που περιορίζεται στην αισθητική πρόσληψη του ωραίου, το οποίο απαντάται στα όρια του υλικού κόσμου. Το άτομο που περιχαρακώνεται στον χώρο της ύλης και στερείται της ικανότητας της ενόρασης του Αγαθού, ακόμη και αν αυτό στη σφαίρα δραστηριοποίησής του υποκαθίσταται με την ανάληψη αξιωμάτων, εκφυλίζεται και σταδιακά οδηγείται στον ψυχικό μαρασμό και στη δυσπραγία. Συμπερασματικά, στο φιλοσοφικό σύστημα του Πλωτίνου το Κάλλος ταυτίζεται με το Αγαθό και κατ’ επέκταση η Ψυχή με την πνευματική καλλιέργεια και ευρύτερα με την υπεραισθητή ομορφιά . Στο Συμπόσιον του Πλάτωνα ο Έρως, χαρακτηρίζεται «δαίμων»που διασφαλίζει την επικοινωνία του ανθρώπου με το θείο κάλλος και το Υπέρτατο Αγαθό, η οποία είναι απόλυτα συνυφασμένη με την αδήριτη επιτακτική ανάγκη της ψυχής για αθανασία. Η ενατένιση της ιδεατής ομορφιάς καθίσταται εφικτή μέσα από τη διάνυση μίας σειράς αναβαθμών, σε κάθε έναν εκ των οποίων συντελείται η ενοποίηση της πολλαπλότητας και η βαθμιαία πληρότητα της παρουσίας του κάλλους. Ο έρωτας κατά συνέπεια καταλήγει στον τόπο των νοητών αμετάβλητων όντων. Για τον Πλάτωνα ο έρωτας συνιστά ένα καθαρκτικό μέσο της ψυχής, καθώς συντελεί στην αποδέσμευση από το υλικό περίβλημά της και στην αναγωγή της μέσω του κάλλους στη σφαίρα του Αγαθού. Η ψυχή ανυψώνεται στον χώρο του νοητού, αφού διατρέξει τα στάδια της κλίμακας που ενώνει το επίγειο δημιούργημα με τον ουράνιο θόλο, μεταβαίνοντας διαδοχικά από τη σωματική ομορφιά, στο ηθικής και πνευματικής χροιάς κάλλος για να τερματιστεί η πορεία της με την ανακάλυψη της απολυτότητας της αδιαμφισβήτητης και άφθαρτης ομορφιάς, που ταυτίζεται με την ηθική τελείωση του πνεύματος. Η ερωτική μύηση αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη θέαση της Ιδέας. Συμπερασματικά ο έρως για τον Πλάτωνα ουσιαστικά αναδεικνύεται στην πνευματική εκείνη κίνηση που εισάγει το άτομο στη διαδικασία της κάθαρσης και στην υπέρβαση της ταυτότητάς του. Η φύση του εμπεριέχει εγγενείς αντινομίες, μετέχουσα συγχρόνως στο καλό και στο κακό, το ωραίο και το άσχημο, το σοφό και το αμαθές.

Ο Πλωτίνος προτείνει τη θέαση του κάλλους ως εσωτερικού μεγέθους και πνευματικού στοιχείου του όντος, ακόμη και αν πρόκειται για τη μορφή του ή το χρώμα του. Η προσπάθεια της εσωτερικής ανασκόπησης του ατόμου με την αρωγή της καλλιτεχνικής δημιουργίας αισθητοποιείται από τον Πλωτίνο με την εικόνα της τεχνικής εργασίας του αγαλματοποιού, η παράθεση της οποίας προσλαμβάνει διδακτικό χαρακτήρα. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη μέθεξη του ατόμου με την αμετάβλητη Θεία ουσία είναι ο εξαγνισμός της ψυχής του, που επιτυγχάνεται με την ολική εξάλειψη των ηθικών ελαττωμάτων και τη σμίλευση της αρνητικής πτυχής της, κατά παρόμοιο τρόπο με τη διαδικασία του λαξεύματος της γλυπτικής επιφάνειας, με την οποία λειαίνονται τα εξογκώματα, οδηγώντας σε ένα αισθητικά άρτιο αποτέλεσμα . Στο σημείο αυτό ο Πλωτίνος συγκλίνει με τις φιλοσοφικές διατυπώσεις του Πλάτωνα, ο οποίος εξαιρεί τη γλυπτική τέχνη από την προοπτική του εξοστρακισμού των καλών τεχνών από την ιδανική Πολιτεία. Το στέρεο τρισδιάστατο και περίοπτο απείκασμα ενδεχομένως για τον Πλάτωνα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με την αποτύπωση της θεότητας, ενώ συγχρόνως τον παρέπεμπε στο επάγγελμα που ασκούσε ο Σωκράτης στην περίοδο της νεότητάς του. Ο τρισδιάστατος χαρακτήρας της γλυπτικής δεν αναπαριστά απλά μία απατηλή εικόνα, αλλά σύμφωνα με τον φιλόσοφο το ίδιο το αντικείμενο, αλλά σε διαφορετική υλική επιφάνεια. Επιπροσθέτως, η ακινησία στον χωροχρόνο των γλυπτικών μορφών της αιγυπτιακής καλλιτεχνικής παράδοσης, η ενσωμάτωση και η υλική έκφραση της μεταφυσικής αυτής αρχής της τεχνοτροπίας ανάγεται στην αμετάβλητη στατικότητα του όντος και την παραμονή στο είναι του μέσα στον ατελεύτητο χρόνο. Ανεπηρέαστη από την αδιάκοπη ροή των αισθητών πραγμάτων που διοχετεύει στον άνθρωπο απατηλά δεδομένα, που τον απομακρύνουν από την αληθινή ουσία των οντοτήτων, η έννοια της «ακινησίας» αποτελεί αντανάκλαση του υπερχρονικού στοιχείου.

Ο Μαρσίλιο Φιτσίνο επεδίωκε τη μεταλαμπάδευση των φιλοσοφικών αρχών του Πλάτωνα, αλλά και των μεταγενέστερων απολογητών του, στην ελίτ της διανόησης της φλωρεντινής κοινωνίας με την εκπόνηση μεταφραστικών εγχειρημάτων και κριτικών εκδόσεων αυτών των φιλοσοφικών γραπτών μνημείων. Η μετουσίωση του αχανούς και ογκώδους πληροφοριακού υλικού σε ζωντανό οργανισμό με συνεκτικό σχήμα, που θα ανανέωνε ριζικά την πολιτισμική κληρονομιά της εποχής ανάγεται σε έναν από τους σκοπούς του Φιτσίνο. Το έργο του αποτέλεσε την πρώτη συστηματική απόπειρα απόλυτης σύζευξης και συμφωνίας της ολοκληρωμένης μορφής της χριστιανικής θεολογίας με τα στοιχεία μίας παγανιστικής φιλοσοφίας, χωρίς ωστόσο να υποσκελιστεί το αξιακό σύστημα των διανοητικών αυτών διατυπώσεων. Το φιλοσοφικό αυτό σύστημα αναπτύχθηκε στους κόλπους της Πλατωνικής Ακαδημίας της Φλωρεντίας, της πνευματικής αυτής συσσωμάτωσης, που αποσκοπούσε στην αναβίωση του στοχασμού του Πλάτωνα, επενδεδυμένου με σχεδόν θρησκευτικό περίβλημα.

Οι ρίζες του φιλοσοφικού οικοδομήματος του Φιτσίνο εντοπίζονται σε ένα συνδυασμό δύο εκ διαμέτρου αντιθετικών θέσεων για τη σχέση του θεϊκού στοιχείου με τη συμπαντική δημιουργία. Ο θεμελιωτής του νεοπλατωνικού κινήματος στην αναγεννησιακή Φλωρεντία υιοθέτησε μία ενδιάμεση πρόταση ανάμεσα στη σχολαστική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η Υπέρτατη Θεϊκή Οντότητα υφίσταται εκτός του πεπερασμένου σύμπαντος και στις μεταγενέστερες πανθεϊστικές προσεγγίσεις της ταύτισης του Θεού με την άπειρη συμπαντική δημιουργία. Ενώ ο Θεός δεν υπάρχει μέσα στο φάσμα του σύμπαντος, το οποίο διακρίνεται για την απεριόριστη, αλλά όχι και άπειρη έκτασή του, εντούτοις το ίδιο το σύμπαν ενυπάρχει στην ίδια την ουσία του: το πληροί, χωρίς να πληρούται από αυτό, το διαπερνά, χωρίς να διαπερνάται από αυτό, το περιλαμβάνει, χωρίς να περιλαμβάνεται.
Θα αναλύσουμε όμως περαιτέρω τις θεολογικές αναζητήσεις του Φιτσίνο στο επόμενο μας κείμενο , με τη νέα χρονιά!
Καλές γιορτές!

 

 

Αφήστε μια απάντηση