ΤΟ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΚΑΙ Η ΕΚΔΙΩΞΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

ΤΟ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΚΑΙ Η ΕΚΔΙΩΞΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ (ΜΙΧΑΗΛ-ΑΓΓΕΛΟΣ)
1509 (Νωπογραφία 280 επί 570εκ)


Σύμφωνα με τις γραφές ο Δημιουργός έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ’ομοίωσή του, ενσταλλάζοντας στην ατελή κατά τα άλλα φύση του, τα απαραίτητα εκείνα στοιχεία που θα μπορούσαν να τον οδηγήσουν στην πνευματική εξίσωσή του με το Θείο. Ταυτόχρονα όμως του παραχώρησε τη δυνατότητα της ελεύθερης επιλογής και κατά συνέπεια της διαχείρισης της μοίρας του ανάλογα την ατομική του βούληση. Ως εκ τούτου, ο Θεός δεν επιχείρησε να αποτρέψει την προσέγγιση της Εύας από τον Εωσφόρο και την τελική, ηθική πτώση του ανθρώπου και τον εξοβελισμό του από τον Παράδεισο, δηλαδή την κοινωνία της πλήρους εναρμόνισης του ατόμου με το φυσικό περιβάλλον και το Θεό- Κτίστη. Ο Εωσφόρος, ζηλεύοντας την αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο καθώς και τις ιδεατές συνθήκες που διαμόρφωσε για τη διαβίωσή του στην Εδέμ και με την υπόσχεση της ανεξάντλητης κρυμμένης γνώσης παραπλάνησε τον άνθρωπο και τον οδήγησε στην παραβίαση του ενός και μοναδικού περιοριστικού όρου για την παραμονή του στον Παράδεισο. Μετά τη δοκιμή του απαγορευμένου καρπού, οι Πρωτόπλαστοι συνειδητοποίησαν για πρώτη φορά τη γυμνότητά τους και κατακλύστηκαν από αισθήματα αιδούς, ενώ το φυσικό περιβάλλον μεταβλήθηκε σε αφιλόξενο και εχθρικό τόπο. Ο Θεός απογοητευμένος από την αγνωμοσύνη και την ανυπακοή του ανθρώπου τον εξόρισε από τον Παράδεισο, και τον υποχρέωσε σε μια ζωή αέναου μόχθου, ενώ η τεκνογονία συνδέθηκε για τη γυναίκα με την οδύνη.
Η βιβλική αυτή διήγηση αποδόθηκε από το Μιχαήλ Άγγελο σε μία ενιαία σύνθεση που διαιρείται σε δύο επιμέρους επεισόδια με το Δέντρο της Γνώσης, το οποίο λειτουργώντας ουσιαστικά ως νοητός κατακόρυφος άξονας, διευκολύνει την ομαλή μετάβαση από το ένα αφηγηματικό επίπεδο της εξιστόρησης στο επόμενο. Στο πρώτο μέρος απεικονίζεται η διάπραξη του προπατορικού αμαρτήματος. Στο βραχώδες τοπίο δεσπόζουν οι γυμνές μορφές των πρωτόπλαστων, στη σκιαγράφηση των οποίων συμπυκνώνονται οι αρετές της γλυπτικής τεχνοτροπίας του Μιχαήλ Αγγέλου. Η έντονη μυολογία και απόδοση των ανατομικών λεπτομερειών της πλαστικότητας των σωμάτων, η καμπυλότητα της κίνησης και η συστροφή του κορμού , η εναλλαγή της καμπύλης και της ευθείας γραμμής , δίνουν την αίσθηση μιας εξωτερικής δύναμης συνδυασμένης με εσωτερικό μεγαλείο. Ο Εωσφόρος, με τη μορφή του όφεως (figura serpantinata) είναι τυλιγμένος στο Δέντρο της Γνώσης. Η Εύα παίρνει το μήλο από το χέρι του Διαβόλου , ενώ ο Αδάμ τείνει το χέρι του για να δοκιμάσει έναν άλλο καρπό. Στο δεύτερο αφηγηματικό κομμάτι έχει συντελεστεί η παραβίαση του Θείου Νόμου. Το τοπίο γίνεται γυμνό, που σημαίνει ότι ο άνθρωπος, αν και αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα του φυσικού περιβάλλοντος, πλέον είναι ασύνδετος προς αυτό και πρέπει να εξοριστεί από τον χώρο του Παραδείσου. Μια καμπυλόγραμμη αγγελική μορφή κινείται απειλητικά προς τους Πρωτόπλαστους με ένα ξίφος. Τώρα οι χειρονομίες και τα σώματά τους αποκτούν τη στάση άμυνας, ενώ την αρχική απάθεια και αμεριμνησία, διαδέχονται η αμφιβολία, το ψυχικό μαρτύριο και η οδύνη , αποτελέσματα της έξωσής τους από τον Παράδεισο και της εγκατάλειψης από το Δημιουργό σε έναν αχανή και απειλητικό χώρο. Η εικαστική αυτή δημιουργία είναι μέρος μιας αφηγηματικής σύνθεσης που κοσμεί την οροφή της Cappella Sistina στο Βατικανό και περιγράφει επεισόδια από την Παλαιά Διαθήκη, προλειαίνοντας το έδαφος για την έλευση του Χριστού-Μεσσία που θα φέρει το Νέο Νόμο και θα σώσει τον άνθρωπο, ενώ στο πλαίσιο μιας Νεοπλατωνικής οπτικής θεώρησης, έχει διατυπωθεί η ερμηνεία της αλληγορικής αποτύπωσης της πορείας της ψυχής που σταδιακά γίνεται δέσμια της ύλης και της σάρκας, χάνοντας ή κρατώντας τη θεία ουσία της σε λανθάνουσα φάση. Η αποδέσμευση του ανθρώπου από τα αρχέγονα ορμέμφυτα σεξουαλικά του ένστικτα και την υποδούλωσή του σε αυτά σε συνδυασμό με την υιοθέτηση μιας πνευματικής ζωής απογυμνωμένης από τη φθοροποιό δύναμη της ύλης, του καταναλωτισμού και των μισαλλόδοξων ιδεών, θα συμβάλλει τόσο στη δημιουργία μιας λειτουργικής κοινωνίας με στοιχεία της προπτωτικής παραδείσιας κατάστασης, όσο και στην κατάκτηση του εσωτερικού Παραδείσου, της ψυχικής αρμονίας και ισορροπίας, του πρώτου και πιο σημαντικού βήματος για τη μετοίκηση της ψυχής στη χώρα των Μακάρων, και της αιώνιας ευτυχίας, απότοκος της ένωσης με το Θεό- Πατέρα, τον Κοσμικό Νου της Νεοπλατωνικής Θεολογίας, την γενεσιουργό αιτία και κινητήρια δύναμη του σύμπαντος. Διαφορετικά, μετά το φυσικό θάνατο του σώματος, το πνεύμα θα βιώνει την αιώνια τιμωρία, ταλανισμένο από τα ψυχικά ή και σωματικά μαρτύρια της Κολάσεως, ενός άχρονου και μη οριοθετημένου χώρου μακριά από την αγάπη του Δημιουργού.
ΔΟΚΤΩΡ ΦΑΟΥΣΤΟΥΣ, Christopher Marlowe.
Πράξη Β, σκηνή Α’.
ΦΑΟΥΣΤΟΥΣ: Θα σε ρωτήσω πρώτα σχετικά με την κόλαση. Πες μου, που βρίσκεται ο τόπος αυτός που οι άνθρωποι ονομάζουν κόλαση;
ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ: Κάτω από τους ουρανούς.( ….)
Εκεί όπου βασανιζόμαστε και περαμένουμε για πάντα. Η κόλαση δεν έχει σύνορα, μήτε είναι οριοθετημένη σ’ έναν ορισμένο τόπο , αλλά όπου βρισκόμαστε είναι κόλαση.

 

Χριστιάνα Οικονόμου. Απόφοιτος Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης. Mphil in Theatrical Studies.

Αφήστε μια απάντηση