Το ελληνιστικό μπαρόκ μέσα από τη Νίκη της Σαμοθράκης και του Σύμπλεγμα του Λαοκόοντα

Το ελληνιστικό μπαρόκ μέσα από τη Νίκη της Σαμοθράκης και του Σύμπλεγμα του Λαοκόοντα

 

Ελληνιστικό Μπαρόκ
Τα τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά της ελληνιστικής πλαστικής που οδηγούν τους αρχαιολόγους στο συσχετισμό της με το baroque, το ρεύμα που ακολούθησε την Αναγεννησιακή περίοδο, είναι ο θεατρικός τρόπος αναπαράστασης, της δραματικής έντασης και των συναισθηματικών εξάρσεων, που επιτυγχάνεται με τη δημιουργία ανήσυχων κυματοειδών επιφανειών, εκφράσεων πάθους, ακραίων αντιθέσεων της υφής (βαθύ σκάλισμα της γλυπτικής επιφάνειας), όπως βαθιές αυλακώσεις στο πρόσωπο για να καταδειχθεί η ένταση, με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση ανοιχτών και σκοτεινών επιφανειών που ξεφεύγουν από τα όρια της ισορροπίας. Παράλληλα, οι φιγούρες διαμορφώνονται με διαγώνιους άξονες, χαρακτηρίζονται από έντονες χειρονομίες, συστροφή του κορμού και αντιθετικές κινήσεις, έντονη μυολογία, ενώ η πτυχολογία των ενδυμάτων χαρακτηρίζεται από έντονη κίνηση. Το μπαρόκ ωρίμασε μεταξύ του 225 και του 150 π.Χ., όμως υπήρχαν και έργα πρόδρομοί του περί τα τέλη του 4ου και αρχές του 3ου π.Χ. αι. καθώς και μεταγενέστερες προεκτάσεις του σε έργα του πρώτου π.Χ. αι. όπως το περίφημο σύμπλεγμα του Λαοκόοντα.

Ας εξετάσουμε μερικά παραδείγματα:
Η Νίκη της Σαμοθράκης. Μάρμαρο. Μουσείο του Λούβρου. Περί το 200 π.Χ. Ύψος 2,45μ.
Κατά πάσα πιθανότητα ροδιακό έργο, ενώ ανακαλύφθηκε το 1863 στη θέση που ήταν αρχικά το Ιερό των Μεγάλων Θεών στη Σαμοθράκη. Η βάση του αγάλματος έχει τη μορφή πλώρης πλοίου και η Θεά μοιάζει σαν να έχει μόλις κατέβει για να στέψει το νικηφόρο πλοίαρχο και το πλήρωμά του, με τις φτερούγες της να χτυπάνε ακόμη και τις πτυχές να πάλλονται στον άνεμο. Η δραματική εντύπωση της άφιξης της Θεάς εντεινόταν με την τοποθέτηση της πλώρης του πλοίου πάνω σε μια δεξαμενή ή κρήνη που ήταν διαμορφωμένη σε δύο επίπεδα. Μια ρηχή λεκάνη έφερε το πλοίο, ενώ στη χαμηλότερη λεκάνη τοποθετούνταν μεγάλοι ογκόλιθοι, που προφανώς αποσκοπούσαν στην υποδήλωση του λιμανιού στο οποίο προσάραζε το πλοίο. Η ψευδαίσθηση αυτή ενισχυόταν ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι η όλη κατασκευή υψωνόταν σε μια ταράτσα πάνω από το θέατρο της Σαμοθράκης. Η Νίκη προτάσσει το στήθος της εντυπωσιάζοντας με την ορμή της. Η αίσθηση της ορμητικότητας ενισχύεται από την κλίση του μεγάλου άξονα που σχηματίζει ο κορμός με το αριστερό πόδι και από τον τρόπο που οι πτυχώσεις του χιτώνα καλύπτουν την κοιλιά και εν συνεχεία αναστρέφονται και συστρέφονται ανάμεσα στα κάτω άκρα.
Το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα Μάρμαρο. Μουσείο του Βατικανού. 1ος αι.π.Χ. Ύψος 1.84μ


Ο Λαοκόων ανακαλύφθηκε το έτος 1506 στο κτίσμα του Mons Oppius, που αποτελούσε κάποτε τμήμα της χρυσής οικίας του Νέρωνα, που αργότερα ενσωματώθηκε σε ένα νέο ενδιαίτημα για τον αυτοκράτορα Τίτο. Ο Λαοκόων ήταν Τρώας ιερέας, ο οποίος προσπάθησε να προειδοποιήσει τους Τρώες σχετικά με το Δούρειο Ίππο και να τους αποτρέψει από το να επιτρέψουν την παραμονή του στην Τροία. Προτού όμως προλάβει να τους αποκαλύψει την αλήθεια οι Θεοί- προστάτες της Τροίας, έστειλαν δύο πελώρια φίδια που αναδύθηκαν από τη θάλασσα και στραγγάλισαν το Λαοκόοντα και τον ένα ή τους δυο γιους του την ώρα που θυσίαζαν σε ένα βωμό. Η περιγραφή της ιστορίας απαντάται στην πρώιμη ελληνική ποίηση, στο Ιλίου Πέρσιν του Αρκτίνου, επικού ποιητή του 6ου ή 7ου π.Χ. αι., αλλά και στην Αινειάδα του Βιργιλίου. Ο Λαοκόων θυσιάζει στο βωμό και τη στιγμή εκείνη ένα φίδι τυλίγεται στους ώμους του και στους ώμους του γιου του για να τον δαγκώσει στο γοφό. Το άλλο φίδι τυλίγεται στα πόδια και των τριών μορφών και μάλλον έχει ήδη δαγκώσει, προκαλώντας το θάνατο του μικρότερου γιου. Το πρόσωπο του Λαοκόοντα συσπάται και το ανοιχτό στόμα του υποδηλώνει μια κραυγή πόνου. Οι ογκώδεις τούφες των μαλλιών του παραπέμπουν στους Γίγαντες της Γιγαντομαχίας στο Βωμό του Διός της Περγάμου. Το σύμπλεγμα έχει πυραμιδοειδή διάταξη και αποπνέει τη δραματικότητα και τη θεατρικότητα που απαιτείται για να ενταθεί στα έργα του ελληνιστικού μπαρόκ, οι αυλακώσεις και ο κατακερματισμός του προσώπου και τα βαθιά σκαλίσματα του όγκου των μαλλιών σε συνδυασμό με το τρεμουλιαστό πρόσωπο δίνουν και μια πιο ιμπρεσιονιστική χροιά.
Χριστιάνα Οικονόμου, απόφοιτος τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης

Αφήστε μια απάντηση