ΣΤΑ ΠΕΛΑΓΑ ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ γράφει η Χριστιάνα Οικονόμου

Η φράση του Μαρτιάλη,Nec secum nec sine te possum vivere, θα μπορούσε να συνοψίσει επιγραμματικά τον κόσμο που χαρτογραφεί με την πρώτη ποιητική της συλλογή «Βανίλια Υποβρύχιο» η Αγγελική Αγγελοπούλου, ένα σύμπαν εγγενών αντινομιών που διέπουν την ουσία της Ύπαρξης και αντανακλώνται στις ανθρώπινες σχέσεις. Η φυσική παρουσία του Έτερου δεν καθίσταται απαραίτητη συνθήκη της δημιουργίας αυθεντικής ψυχικής επαφής και ουσιαστικής επικοινωνίας των δύο πλευρών, αλλά αντίθετα η φθοροποιός επίδραση του χρόνου αλλοιώνει τη δυναμική της συναισθηματικής συμμετοχής του στην ερωτική σύνδεση. Ενίοτε οι δύο πλευρές αποτελούν συμπληρωματικές και αλληλεξαρτώμενες οντότητες, που παρά τη βίωση συχνών συγκρουσιακών καταστάσεων δεν οδηγούνται στην τελική ρήξη. Συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις η μία πλευρά αναδεικνύεται σε δεσποτική φιγούρα που χειραγωγεί την άλλη με βασικό όπλο την απειλή, ή την υλοποίηση της «Φυγής», όμως η «υποτελής πλευρά», αν και φαινομενικά υιοθετεί το ρόλο του θύματος, στην πραγματικότητα διαθέτει μεγαλύτερη ισχύ, καθώς εγγυάται τη διατήρηση της εξουσιαστικής θέσης του θύτη. «Και όταν αναρωτιέσαι τι συμβαίνει να παίρνω πίσω τις μέρες που μου στέρησες με τις σιωπές, τις απουσίες , τα μη και τα όχι. Κάθε σύσπαση του κορμιού σου να σε σπρώχνει στο Καθαρτήριο Κι εγώ να χαίρομαι ξέροντας ότι σε έχασα για πάντα.»

Το πέρασμα του χρόνου επιδρά καταλυτικά στη συγκρότηση του Είναι και της ταυτότητας του ατόμου, που δέσμιο ενός στατικού σύμπαντος υιοθετεί ακούσια ένα μηχανισμό εμμονικής καταφυγής στις αναμνήσεις του παρελθόντος και συγχρόνως μιας ατέρμονης αναμονής ενός ακαθόριστου σημείου του χωροχρόνου, το οποίο συμβατικά αποδίδεται με τη λέξη Αύριο. Τι σηματοδοτεί όμως αυτό το κομβικό σημείο στην πορεία του ανθρώπινου βίου; Η έλευσή του δεν προσλαμβάνει κάποια μεσσιανική προοπτική, δεν λειτουργεί σαν μία άλλη «Κολυμβήθρα του Σιλωάμ» που θα συντελέσει στην ολοκληρωτική κάθαρση του ατόμου και στη σωματική και πνευματική του αναγέννηση, αλλά ισοδυναμεί με έναν ψυχικό Αρμαγεδώνα, το ολοκληρωτικό γκρέμισμα του σαθρού οικοδομήματος των κάλπικων ονείρων : «Αυτό το αύριο που έρχεται και μας ζυγώνει με θάνατο, χωρίς ελπίδα», όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζει η δημιουργός στο ομώνυμο ποίημα. Το άτομο τοποθετείται σε ένα μεταβατικό πεδίο διαρκούς εκκρεμότητας και αναμονής της ασαφούς αυτής χρονικής στιγμής που επιδέχεται ποικίλες ερμηνείες, ενώ η συντήρηση της κατάστασης της αναμονής «δραματοποιημένη πρόζα η αναμονή», επώδυνη ή μάταιη «Το αναστάσιμο φως λούζει τις υπεκφυγές ανέσπερο. Πολύ κακό για το τίποτα θα πω» είναι σκόπιμη καθώς διαιωνίζεται από το ίδιο το άτομο προσδίδοντας νόημα στην υπαρξιακή του κενότητα, επιβραδύνοντας παράλληλα τον ερχομό του τέλους, ίσως και τον ολοσχερή αφανισμό του εξιδανικευμένου ερωτικού συναισθήματος, της ψευδαίσθησης της Ουτοπίας. «Όσο λείπεις σε θέλω πιο πολύ. Μα όταν είσαι δίπλα μου εξοργίζομαι».

Η υπαρξιακή οδύνη επιτείνεται ακόμη περισσότερο με την προσπάθεια ανάκλησης θραυσμάτων της μνήμης που λειτουργούν επικουρικά στη διαδικασία της αναμονής του Τέλους, του αγαπημένου προσώπου-λυτρωτή, ή κατατρέχουν βασανιστικά το άτομο με τη μορφή Ερινύων, «Τα δεσμά της μνήμης ζητούν να λύσουν τις ερινύες μου προκαλούν κι αντίστροφα το χρόνο μετράνε» ενώ η ζοφερή αυτή ατμόσφαιρα διακόπτεται και αποσυμπιέζεται με εικόνες ανασύνθεσης στιγμών ψυχικής ευφορίας, που μετατοπίζονται από τον Βόσπορο και το αιγαιοπελαγίτικο τοπίο με κυρίαρχο μοτίβο το υδάτινο στοιχείο, τη θάλασσα, στο δυτικό κόσμο, στο δάσος της Βουλώνης και στις καλλιτεχνικές γωνιές ενός αμιγώς αστικού τοπίου, της Μοντμάρτρης του Παρισιού ή στα γοτθικά αρχιτεκτονικά μέλη του Καθεδρικού της Σαρτρ. Στην ουσία η συσσώρευση αναφορών και εικόνων του φυσικού περιβάλλοντος συγκροτεί, όχι ένα χωροταξικό, αλλά υπαρξιακό τοπίο με το οποίο αλληλεπιδρά το άτομο, ένα δραματικό σκηνικό απεικόνισης μιας γεωμετρικής συνένωσης διακριτών τόπων χωρίς ενιαία ολότητα, αντιπροσωπευτικών όμως των σημαντικών εποχών περιόδων της ζωής του. Εκτός όμως από την αποτύπωση της έκφρασης του υπαρξιακού αδιεξόδου και της αποδόμησης του Εαυτού που δημιουργούν οι ανθρώπινες σχέσεις , με τη δύναμη των εικόνων που αποδίδουν το φυσικό περιβάλλον, τους ήχους ή την μυρωδιά των οργανικών μερών του, η Αγγελική Αγγελοπούλου μας μεταφέρει την αίσθηση της γαλήνης και της νοσταλγίας εμπειριών που δεν έχουμε βιώσει εμείς οι ίδιοι, «Ζέστη και νοσταλγία του καλοκαιριού οι ώρες. Η ξενοιασιά, φρέσκο νερό, το πλοίο για την Αμοργό…» προτρέποντάς τον αναγνώστη να αναδυθεί από τη θάλασσα της απόγνωσης «είμαστε απόνερα στης θάλασσας το μνήμα.» και να παλέψει ακόμη και ενάντια σε μια Αναπόδραστη Ειμαρμένη: «’Οποιος τη μοίρα του αποφάσισε ν’αλλάξει τα θέλω και τα πρέπει του έβαλε σε μια τάξη».

Χριστιάνα Οικονόμου
Φιλόλογος-MPhil στις Θεατρικές Σπουδές

Αφήστε μια απάντηση