Παναγία ή Η Παναγία, η Αγία Αννα και ο Χριστός. Ένας ύμνος της μητρότητας. Leonardo Da Vinci (1501-1507). Λούβρο

Παναγία ή Η Παναγία, η Αγία Αννα και ο Χριστός. Ένας ύμνος της μητρότητας.
Leonardo Da Vinci (1501-1507). Λούβρο
Στον πίνακα απεικονίζεται η Παρθένος Μαρία καθιστή σε λοξή στάση στα γόνατα
της μητέρας της, Αγίας Αννας, η οποία παρακολουθεί τη σκηνή που εστιάζει στην ιδιαίτερη
σχέσης μητέρας- παιδιού, με την Παναγία σκυμμένη και γελαστή και το μικρό Χριστό. Το θείο
βρέφος είναι απασχολημένο με ένα αρνάκι, ενδεχομένως σύμβολο της σταυρικής του
θυσίας, καθώς ο Χριστός είχε παρομοιαστεί με τον «αμνό, τον αίροντα τας αμαρτίας του
κόσμου», όπως θα μπορούσε να επιβεβαιώσει το αινιγματικό και ερωτηματικό βλέμμα που
απευθύνει στη μητέρα του.

Τα βλέμματα των τριών προσώπων αποτελούν σημεία μιας
νοητής διαγωνίου, η ευθυγράμμιση των οποίων τονίζει τη συνέχεια της συγγένειας των
προσώπων και την υπερχείλιση των συναισθημάτων που αναπτύσσονται μεταξύ τους, ενώ
συγχρόνως δένει οργανικά το κλειστό αυτό σύνολο των μορφών.
Η σύνθεση δομείται σε μια ξεκάθαρη γεωμετρική πυραμιδοειδή οργάνωση, με
κορυφή το κεφάλι της Αγίας Αννας που υψώνεται κατακόρυφα και κινείται ελεύθερα πάνω
από το σύμπλεγμα, ενώ με το μαντήλι της που καταλήγει σε γωνία, δίνεται περισσότερο η
αίσθηση της πυραμίδας. Η αριστερή της πλευρά συγχωνεύεται με το σώμα της Θεοτόκου,
ενώ η ελαφρά κλίση του κεφαλιού της συνεχίζεται από το τόξο της γραμμής του δεξιού
χεριού, το οποίο, όχι μόνο κλείνει προστατευτικά το πρόσωπο της Παναγίας, αλλά επεκτείνει
το βλέμμα του θεατή και στο πρόσωπο του μικρού Χριστού. Η σχετική έλλειψη σαφήνειας
και διάρθρωσης της αριστερής πλευράς, αποσκοπεί στην ανάδειξη της πολλαπλότητας των
θεματικών μοτίβων μέσα από έντονες φωτοσκιάσεις καθώς και αντιθετικές κινήσεις, που
χαρακτηρίζουν όλο το σύνολο, προσδίδοντάς του ζωντάνια, οργανική ενότητα και
ατμοσφαιρικότητα. Τα πρόσωπα είναι κυριολεκτικά κτισμένα με φως και η απόδοση των
συναισθηματικών τους εκφραστικών διατυπώσεων επιτυγχάνεται με την ομαλή σύζευξη
φωτεινών και σκοτεινών τόνων, των σκιάσεων που κόβουν τις γωνίες και το περίγραμμα του
προσώπου και τα γνωστά «σβησίματα» του δημιουργού, -η τεχνική του sfumato-, που δεν
υποδαυλίζει στο ελάχιστο τη φωτεινότητα του συνόλου. Μια συστάδα δέντρων στη δεξιά
πλευρά του πίνακα εισάγει το θεατή σε ένα τοπίο που πλαισιώνει τα πρόσωπα και τα θέματα
του πρώτου επιπέδου, ενώ από μόνα τους θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια εικαστική
οντότητα, η οποία δίνει μια ονειρική αίσθηση, καθώς στην κυριολεξία, μοιάζει να λιώνει σε
μια χρωματική δίνη με την τεχνική του sfumato.
Ο Sigmund Freud αποδίδει τη φιλοτέχνηση αυτού του έργου στα παιδικά βιώματα

του καλλιτέχνη, ο οποίος μετά το γάμο της βιολογικής του μητέρας οδηγήθηκε από τον

πατέρα του, στη μητριά του καθώς είχε πειστεί ότι εκείνη ήταν στείρα. Ο γνωστός
ψυχαναλυτής για να στηρίξει ακόμη περισσότερο τη θεωρία του, εντοπίζει το σχήμα ενός
αρπακτικού πτηνού, πιθανότατα γύπα στο φόρεμα της Παναγίας, ενώ δεν παραλείπει να
χρησιμοποιήσει το επιχείρημα ότι η ιερογλυφική απεικόνιση της λέξης «μητέρα» γινόταν με
το σχήμα του αρπακτικού. Δεν είναι απίθανο ο καλλιτέχνης να εξυμνεί στο έργο του τη
μητρότητα, να παρουσιάζει κωδικοποιημένες τις όμορφες παιδικές αναμνήσεις και τη στοργή
που εισέπραξε από τις δύο γυναίκες, ή ακόμη και να κάνει μια ευρύτερη αναφορά στην
αρχετυπική μητρική φιγούρα, τη Γαία, Μητέρα Γη ή Μεγάλη Μητέρα, το αρχέγονο σύμβολο
της δημιουργίας και της γέννησης. Οποια και να είναι η πηγή έμπνευσης του Leonardo Da
Vinci, η σύνθεση αυτή αποτελεί ένα ορμονικό πάντρεμα του θείου με το ανθρώπινου, της
στατικότητας με την κίνηση, του φωτός με του σκότους.
Χριστιάνα Οικονόμου. Απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και
Ιστορίας της Τέχνης του ΈΚΠΑ, κάτοχος MPhil στις Θεατρικές Σπουδές

Αφήστε μια απάντηση