Ο Χρόνος που αλλοιώνει τα πάντα και το Παρεκκλήσι των Μεδίκων.

Ο Χρόνος που αλλοιώνει τα πάντα και το Παρεκκλήσι των Μεδίκων. Η vita activa και vita contemplativa, η αλληγορία της Ημέρας και της Νύχτας. Το να είσαι πέτρα.
Όσο η ντροπή και η καταστροφή διαρκούν αποφασίζω να μη βλέπω και να μην ακούω την ευτυχία. Γι’ αυτό το λόγο δεν τολμώ να ξυπνήσω. Ω! Μίλα σιγανά.Μιχαήλ-Άγγελος.

Ο Χρόνος που αλλοιώνει τα πάντα και το Παρεκκλήσι των Μεδίκων. Η vita activa και vita contemplativa, η αλληγορία της Ημέρας και της Νύχτας. Το να είσαι πέτρα. Όσο η ντροπή και η καταστροφή διαρκούν αποφασίζω να μη βλέπω και να μην ακούω την ευτυχία. Γι’ αυτό το λόγο δεν τολμώ να ξυπνήσω. Ω! Μίλα σιγανά.Μιχαήλ-Άγγελος.

Εμπνευστές μίας ναϊκής κατασκευής που θα φιλοξενούσε τους τάφους του Λορέντζο του Μεγαλοπρεπούς και του Τζουλιάνο των Μεδίκων ήταν ο Πάπας Λέων Χ και ο καρδινάλιος Τζούλιο που άλλωστε προέρχονταν από την οικογένεια των Μεδίκων. Τα σχέδια του ναϊσκου, όπως και οι γλυπτικές δημιουργίες του διάκοσμου, αλλά και των σαρκοφάγων των επιφανών αυτών προσωπικοτήτων ανατέθηκαν στον Μιχαήλ Άγγελο, ο οποίος χρειάστηκε δεκαπέντε χρόνια για να ολοκληρώσει το έργο. Ο Giorgio Vasari,παρατήρησε την απόκλιση του Μιχαήλ-Αγγέλου από τους κανόνες του Βιτρούβιου, από τις παραδοσιακές αρχιτεκτονικές και διακοσμητικές νόρμες και την εισαγωγή ενός νέου design βασισμένου στις αρχές του grotesque, προοιωνίζοντας τον Μαννιερισμό. Το πιο ενδιαφέρον ίσως χαρακτηριστικό στις σαρκοφάγους είναι τα ζευγάρια της Ημέρας και της Νύχτας / Αυγής και Σούρουπου που και στις δύο αποδίδονται, η μεν Ημέρα ως θηλυκή φιγούρα, ενώ η δε Νύχτα ως ανδρική.
Ο Λορέντζο, στον οποίο ήδη από τον16ο αιώνα είχε αποδοθεί από τους συγχρόνους του, το προσωνύμιο «Ο Σκεπτόμενος», (Pensieroso ή Pensoso) χαρακτηρίζεται ως vir contemplativus και συνδέεται με την στοχαστική μελαγχολία της επίδρασης του Κρόνου. Στην «κλειστή» πλαστική σύνθεση, ο Δούκας του Ούρμπινο, απεικονίζεται ως μία εσωστρεφής και μελαγχολική μορφή, ενώ η στήριξη της κεφαλής του στο αριστερό χέρι με το οποίο καλύπτει το στόμα του, υποδηλώνει ένα εγκεφαλικό τρόπο λειτουργίας της ιδιοσυστασίας του, αλλά και συγχρόνως την «κρόνια σιωπή». Ο αγκώνας του ακουμπά σε μία κλειστή κοσμηματοθήκη συμβολίζοντας μία ακόμη πτυχή της κρόνιας ιδιοσυγκρασίας, εκείνη της φιλαργυρίας . Στον αντίποδα του Λορέντζο, ο «μεγαλόθυμος» Τζουλιάνο(vir activus), δούκας του Νεμούρ, με το περήφανο βλέμμα του κατακτητή κρατά σκήπτρο ηγεμόνα ενώ με το αριστερό του χέρι προσφέρει δύο νομίσματα, συμβολικές απεικονίσεις των χαρακτηριστικών εκείνων γνωρισμάτων που συμβάλλουν στη σύνθεση του ήθους του ατόμου γεννήθηκε υπό την επιρροή Δία, δηλαδή της εξωτερικής, ενεργούς και επεκτατικής δράσης όπως και της γενναιοδωρίας. Μία εικονιστική λεπτομέρεια που προδίδει την έκδηλη διαφοροποίηση μεταξύ των δύο προσωπικοτήτων, συνίσταται στον τρόπο απόδοσης των κεφαλιών των ηγεμονίσκων. Η τριπλή σκιά που σχηματίζεται πάνω από το κεφάλι του Λορέντζο σε αντιδιαστολή με το φως που διαχέεται στου Τζουλιάνο υπερτονίζει τη διαφορετική τους φύση.
Ο Λορέντζο απεικονίζεται σε χαλαρή, καθιστή στάση στο θρόνο του και το σκυφτό κεφάλι του καλύπτεται από κράνος. Η στήριξη της κεφαλής από το αριστερό του χέρι και οι κυρτωμένοι ώμοι αποδίδουν μία εικόνα «της σκέψης που αυτοβασανίζεται ». Το γόνατο και το αριστερό του πόδι πατούν στέρεα στη γη , το δεξί χέρι με την παλάμη προς τα επάνω αγγίζει τον μηρό και το δεξί πόδι τοποθετημένο διαγώνια έρχεται μπροστά από το αριστερό. Συνολικά η μορφή παρουσιάζεται σε μία χαρακτηριστική αντίθεση, αριστερά κλειστή με κάθετες τάσεις , θέματα που διαδέχονται το ένα το άλλο, ενώ δεξιά ανοίγει με καμπυλόγραμμα και διαγώνια στοιχεία, με τομές και σκόπιμες συγκρούσεις τύπων. Ο τονισμός της διαφοροποίησης των δύο πλευρών της μορφής και την έμφαση στη δεξιά κατεύθυνση προσανατολίζει και τον θεατή στη φορά που στρέφεται και το πρόσωπο του νεκρού, στο Σούρουπο, ενώ στην Αυγή μας οδηγεί το δεξί πόδι, που βρίσκεται σε διαγώνια διάταξη.Η κόγχη στην οποία είναι τοποθετημένη η νεκρική φιγούρα διακρίνεται για τη ρηχότητά της, με αποτέλεσμα ορισμένα μέρη του αγάλματος να προβάλλονται έξω από αυτή και να συνδέονται με τις μορφές της σαρκοφάγου. Η φιγούρα του Τζουλιάνο των Μεδίκων παρουσιάζεται μετωπική με κύριο χαρακτηριστικό της σύνθεσης την κυκλική κίνηση. Το κεφάλι αποδίδεται σχεδόν σε καθαρό προφίλ με στροφή προς τα αριστερά, το δεξί πόδι πατά και εδώ στιβαρά τη γη, ενώ το αριστερό τραβηγμένο προς τα πίσω και κρατά στα γόνατα την στραταρχική ράβδο. Η στάση του δηλώνει επιθετική διάθεση και κοιτάζει μία βαριά ξαπλωμένη μορφή με την πλάτη στραμμένη στον θεατή, που αντιπροσωπεύει την Ημέρα.
Στη δεξιά πλευρά της σαρκοφάγου τοποθετείται η αλληγορία του Σούρουπου και στη αριστερά της Αυγής, δύο κολοσσικές και επιμήκεις μορφές, που υπερβαίνουν το σκέπασμα της σαρκοφάγου δηλώνουν την απομάκρυνση του Μιχαήλ-Αγγέλου από τη χρήση των προγενέστερων κλασικών τύπων με την έμφαση στην τραγικότητα, την τάση για το αμφίβολο και το προβληματικό, την αξιοποίηση των αντιθετικών κινήσεων. Συμπληρωματικά με τις μορφές της Ημέρας και της Νύχτας που πλαισιώνουν την αγαλματική μορφή του Τζουλιάνο, αποτελούν μεταφορικές πλαστικές διατυπώσεις της φθοροποιού επίδρασης του χρόνου από την οποία δεν υπάρχει δυνατότητα διαφυγής για κανένα θνητό, ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσης και οικονομικού υποβάθρου, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στη ματαιότητα των προσπαθειών του ατόμου για υπερνίκηση του πεπρωμένου του. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι οι δύο αλληγορικές φιγούρες αντιπροσωπεύουν τη γέννηση και το θάνατο, όχι μόνο των θνητών όντων, αλλά και της φύσης, της ατέρμονης ανακύκλησης της ζωής και του θανάτου. Είναι η φύση που θρηνεί. Μόνο οι Δούκες που κάθονται στο θρόνο τους φαίνεται να είναι πάνω από τη θλίψη του υλικού κόσμου και αυτό γιατί ως μυημένοι στον Κόσμο των Ιδεών γνωρίζουν την απατηλότητά του και γι’ αυτούς ο θάνατος είναι μια διέξοδος από τα δεσμά της ύλης και του κάλπικου οικοδομήματος που μας περιστοιχίζει.
Ο ίδιος ο Μιχαήλ-Άγγελος είχε σημειώσει γι’ αυτή του τη δημιουργία:
Το να είσαι πέτρα. Όσο η ντροπή και η καταστροφή διαρκούν αποφασίζω να μη βλέπω και να μην ακούω την ευτυχία. Γι’ αυτό το λόγο δεν τολμώ να ξυπνήσω. Ω! Μίλα σιγανά.

 

Αφήστε μια απάντηση