Ο χειμώνας φλέγεται Του Δημήτριου Ρωμανού

Η φωτιά στο τζάκι δυνάμωνε καθώς έκαιγε τα σωθικά από τα μεγάλα δρύινα κούτσουρα. Οι φλόγες τρεμόπαιζαν δώθε κείθε, σε ένα ατέρμονο παιχνίδι μεταξύ φανταστικού και πραγματικού, υπνωτίζοντας την ατμόσφαιρα, προετοιμάζοντας την… Κάποιες φορές έγλειφαν, με πλέρια δόση ικανοποίησης, τα εξωτερικά κεραμικά τοιχώματα, επιχειρώντας επίμονα να δραπετεύσουν στο ευρύχωρο σαλόνι. Η Ερριέτα και ο Δημήτρης κείτονταν σιμά, αισθανόμενοι την φλόγινη ανάσα να διαπερνά τα γυμνά κορμιά τους.
-Να’ μαστε επιτέλους εδώ, σε τούτη την μικρή πανέμορφη γωνιά, αφουγκραζόμενοι τους παλμούς μας, αντικρύζοντας το μέλλον αντάμα, δίχως φόβο μα με περίσσιο πάθος, ανεφώνησε με ένα βαθύ αίσθημα ικανοποίησης ο Δημήτρης.
-Δεν πίστευα ότι θα τα καταφέρναμε, είπε η Ερριέτα.
-Η αλήθεια είναι πως το φοβόμουν πολύ. Βαθιά μέσα μου, όμως, δεν ξέρω, είχα την ακλόνητη πεποίθηση πως αυτό που μας ενώνει είναι τόσο δυνατό, γι’ αυτό και στο τέλος θα κέρδιζε. Γιατί δεν πρόκειται για κάτι εφήμερο, ποτέ δεν ήταν και το γνωρίζαμε και οι δύο, συμπλήρωσε ο Δημήτρης, στρέφοντας, ταυτόχρονα, το πρόσωπο προς τα πάνω εκπνέοντας λυτρωτικά.
-Όντως, έτσι το βιώνω κι εγώ!
-Φύσει αισιόδοξος βλέπεις. Και να, βρισκόμαστε σε αυτό το δωμάτιο μόνοι μας, αναπνέοντας αέρα ελευθερίας. Αν ζω μέσα σ’ όνειρο, παρακαλώ σας, μη με ξυπνάτε!
-Εκτός κι αν…
-Εκτός αν, τι; Ρώτησε ο Δημήτρης.
-Εκτός κι αν ξυπνήσεις με ένα ζεστό φιλί, απάντησε η Ερριέτα.
-Όνειρο μέσα στ’ όνειρο!
-Υπάρχουν στιγμές που όνειρο και πραγματικότητα συνουσιάζονται γινόμενα ένα, έτσι που είναι δύσκολο να τα διακρίνεις.
-Αυτή, όμως, είναι και η μαγεία της ερωτικής μέθεξης Ερριέτα μου.
-Ακριβώς Δημήτρη μου, γιατί μόνον ο Έρωτας διαθέτει τη δύναμη της μετουσίωσης ύλης και πνεύματος σε ένα, με συνδετικό στοιχείο την καρδιά. Αυτοστιγμή, Ερριέτα και Δημήτρης γύρισαν ο ένας προς τον άλλο, βάζοντας τα χέρια ο ένας στην καρδιά του άλλου.
-Το νοιώθεις, έτσι δεν είναι; Είπε η Ερριέτα.
-Ναι, νοιώθω έως τα βάθη της ύπαρξής μου ετούτη την υπερκόσμια έλξη. Σε θέλω Ερριέτα, να γευτώ από τ’άλικα χείλη σου το άναμα της ζωής έως ότου οι ανάσες και τα κορμιά μας γίνουν ένα, απάντησε ο Δημήτρης.
-Έλα, ψέλλισε η Ερριέτα με ελαφρά αλλαγμένη φωνή από τον βαθύ λυγμό της ηδονής που λαμπάδιαζε, σπιθαμή προς σπιθαμή, ολόκληρο το είναι της…
Το ξεροβόρι λυσσομανούσε, τα παγερά χειμωνιάτικα δόντια καιροφυλακτούσαν. Όλα αυτά όμως έως την στιγμή που δύο ψυχές, δύο ξαναμμένα σώματα κινούσαν προς την Εδέμ της ολοκλήρωσης. Ακριβώς τότε σταμάτησε, μεμιάς. Μια γλυκιά βροχή πήρε τη θέση του χαϊδεύοντας ηδονικά τα παραθυρόφυλλα…

Του Δημήτριου Ρωμανού

Αφήστε μια απάντηση