Ο τύπος της «Κόρης»

Ο τύπος της «Κόρης»

 

Από την πρώιμη κιόλας δαιδαλική περίοδο απαντώνται έργα μεγάλης και μνημειακής πλαστικής με αντιπροσωπευτικότερο, το ανάθημα της Ναξίας Νικάνδρης, που εκτίθεται στο αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. Τον αναθηματικό χαρακτήρα της αγαλμάτινης φιγούρας επιβεβαιώνει μια χαραγμένη επιγραφή στην αριστερή πλευρά του κάτω κορμού της, όπου η αναθέτρια επαίρεται για την επιφανή θέση των συγγενών της, πατέρα, αδελφό και σύζυγο. Το άγαλμα κατά πάσα πιθανότητα απεικονίζει τη θεά Άρτεμη, συμπέρασμα στο οποίο μας οδηγεί ο χώρος εύρεσης του αγάλματος, το ιερό της Αρτέμιδος στη Δήλο, αλλά και η υπόθεση της αποκατάστασης των διάτρητων πυγμών του αγάλματος με τόξο και βέλος. Ωστόσο, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η Κόρη αναπαριστά την «πότνια θηρών» τη Δέσποινα των Θηρίων που υποθετικά θα κρατούσε στα χέρια της τα λουριά δυο λιονταριών, όπως γνωρίζουμε από τις δύο μεταγενέστερες κόρες των περριραντηρίων.
Τα χαρακτηριστικά της Κόρης της Νικάνδρης συνοψίζονται στα δαιδαλικά γνωρίσματα της περιόδου όπως τα αναπτύξαμε στο προηγούμενο κείμενο, όπου εξετάσαμε την Κυρία της Auxerre, η οποία ουσιαστικά εντάσσεται και εκείνη στην κατηγορία των Κορών. Έτσι λοιπόν, το άγαλμα της Νικάνδρης χαρακτηρίζεται από μακρύ τριγωνικό πρόσωπο, οροφωτή φενάκη, επίπεδο κρανίο και απουσία βάθους, τόσο αισθητή ώστε η μορφή χαρακτηρίζεται σχεδόν «σανιδόσχημη». Το υλικό κατασκευής του έργου (ναξιακό μάρμαρο) και η καταγωγή της αναθέτριας από τη Νάξο συνηγορούν στο ότι το έργο προέρχεται από το ναξιώτικο εργαστήριο. Γενικά ο τύπος της Κόρης είναι σπάνιος στην Ελλάδα εκτός από τις περιοχές των Κυκλάδων, της Χίου, της Σάμου, της Ανατολικής Ελλάδας και φυσικά της Αττικής.

Ανάθημα της Ναξίας Νικάνδρης από τη Δήλο. 660-650π.Χ.

Αλλάζοντας αιώνα, ο τύπος της Κόρης διαφοροποιείται ως προς το ένδυμα και στη στάση. Από τα πρώτα χρόνια του 6ου π.Χ. ο βαρύς πέπλος και το επίβλημα αντικαταστάθηκαν από τον λεπτό ιωνικό χιτώνα με τα μακριά μανίκια. Για την κατασκευή του ενώνεται από τη μία πλευρά το ύφασμα ώστε να σχηματιστεί ένας κύλινδρος, το επάνω μέρος κλείνεται σε δύο σημεία με μια σειρά από κουμπιά που αφήνουν χώρο για να περνούν το κεφάλι και τα χέρια, με τρόπο ώστε τα κουμπιά να πέφτουν στο πάνω μέρος των βραχιόνων και να σχηματίζονται ομάδες από ακτινωτές πτυχές. Μια ζώνη δημιουργεί φαρδιά μανίκια(κάτω από τα κουμπιά)και μια πλούσια αναδίπλωση στη μέση από ύφασμα που έχει τραβηχτεί πάνω από τη ζώνη κρύβοντάς την ολόκληρη εκτός από ελάχιστα δείγματα πρώιμων Κορών της Ανατολικής Ελλάδος. Στη Σάμο εμφανίζεται το λοξό ιωνικό ιμάτιο που μαζί με τον χιτώνα θα συγκροτήσουν το τυπικό ένδυμα των αρχαϊκών Κορών του β’ μισό του 6ου π.Χ. αι. Το παλαιότερο σωζόμενο έργο με την τυπική ιωνική ενδυμασία είναι η «΄Ηρα του Χηραμύη» από το Ηραίο της Σάμου. Στα έργα Φιλίππη και Ορνίθη, σαμιακές δημιουργίες από το Σύνταγμα του Γενέλεω περί το 560π.Χ. εμφανίζεται για πρώτη φορά η προβολή του ενός ποδιού, το δεξιού, και ταυτόχρονα το ανασήκωμα του χιτώνα που διευκολύνει στην απόδοση της αίσθησης της κίνησης. Η κόρη της Lyon θα αποτελέσει ορόσημο για την Αττική, καθώς το λοξό ιμάτιο θα εμφανισθεί για πρώτη φορά γύρω στο 540 π.Χ. Εφεξής, ο τύπος της Κόρης θα αποκρυσταλλωθεί σε μία όρθια μετωπική γυναικεία φιγούρα ενδεδυμένη με μακρύ λεπτό χιτώνα και λοξό ιωνικό ιμάτιο, η οποία με το ένα χέρι ανασηκώνει το χιτώνα, ενώ με το άλλο-άλλοτε λυγισμένο μπροστά στο στήθος, άλλοτε μπροστά λυγισμένο στον αγκώνα , κρατά μια προσφορά, (πτηνό, άνθος, καρπό). Οι Κόρες βρίθουν κοσμημάτων -περιδέραια, διαδήματα, ενώτια και διακρίνονται για την εξεζητημένη κόμμωσή τους. Ο τύπος όμως της Κόρης δεν είναι τόσο αυστηρά καθορισμένος ως προς το ένδυμα. Για παράδειγμα, το λοξό ιωνικό ιμάτιο είναι κοντό και κανονικά τοποθετείται πάνω στο δεξί ώμο και κάτω από την αριστερή μασχάλη. Ενίοτε όμως οι Κόρες φορούν μεγάλο ιμάτιο παρόμοιο με το ανδρικό ή κοντό που καλύπτει και τους δύο ώμους, ενώ σε άλλες περιπτώσεις απουσιάζει τελείως. Πάντως από την κόρη της Lyon το ένδυμα παύει να είναι μια επίπεδη επιφάνεια, μια δισδιάστατη διακόσμηση του αγάλματος και αποκτά βάθος, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει στον καλλιτέχνη να μελετήσει πώς το ένδυμα διαμορφώνει και αναδεικνύει την πλαστική διαμόρφωση του κορμού. Άλλο χτυπητό χαρακτηριστικό των Κορών είναι το αρχαϊκό μειδίαμα, που υποχωρεί και αυτό καθώς εισερχόμαστε στον 5ο π.Χ. αι, στο λεγόμενο «αυστηρό ρυθμό», όπου οι μορφές αποκτούν μια πιο σκυθρωπή και σοβαρή έκφραση και επικρατεί η βαριά πτυχολογία.
Βιβλιογραφία
Boardman, J., Ελληνική Πλαστική. Αρχαϊκή Περίοδος, Αθήνα 2001
Κοκκορού-Αλευρά, Γ., Η Τέχνη της αρχαίας Ελλάδας. Σύντομη Ιστορία(1050-50 π.Χ.), Αθήνα 1995
Μπουρνιά-Σημαντώνη, Ε., Αρχαιολογία των πρώιμων ελληνικών χρόνων, Αθήνα 1997

Χριστιάνα Οικονόμου
Απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του ΕΚΠΑ.-Mphil in Theatrical Studies.

Αφήστε μια απάντηση