Ο Λύσιππος και το ευμετάβλητο της τύχης.

Ο Λύσιππος και το ευμετάβλητο της τύχης.

Ο Λύσιππος και το ευμετάβλητο της τύχης.


Η γλυπτική του 4ου π.Χ. αι. δεν αποτελεί ένα συνεχές καλλιτεχνικό ρεύμα, αλλά μάλλον μια σειρά δράσεων και αντιδράσεων που αναπτύσσονται ανάλογα με τις επικρατούσες φιλοσοφικές και επιστημονικές αναζητήσεις της εποχής που συμβάλλουν στην εμβάθυνση των γνώσεων των δημιουργών για τον ίδιο τον άνθρωπο. Η καλλιτεχνική παραγωγή του Λυσίππου απλωνόταν από το 370/360 π.Χ. έως το 305 π.Χ. Η δραστηριότητά του που επεκτάθηκε σε δύο διαφορετικές εποχές τον ενέτασσε από τη μία στη χορεία των ύστερων κλασσικών, σύγχρονων του Πραξιτέλη και του Σκόπα, και συγχρόνως τον καθιστούσε ως έναν από τους δημιουργούς της ελληνιστικής τέχνης. Ο Πολύκλειτος ήδη από τα πρώτα του βήματα υπήρξε νεωτεριστής, όμως στον στην πρώιμη φάση της σταδιοδρομίας του ο νεωτερισμός του εκφράστηκε μέσα από μια καθορισμένη παράδοση στην οποία δέσποζε η εφαρμογή του Πολυκλείτιου «Κανώνος», ενώ ανέπτυξε την έννοια του πορτρέτου( προσωπογραφίες του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Ηρακλή σημάδεψαν τη σύνολη δημιουργία του).
Ο Πλίνιος μας παραδίδει για τον Πολύκλειτο: «Λέγεται ότι συνέβαλε πολύ στην τέχνη της αγαλματοποιίας απεικονίζοντας τα μαλλιά λεπτομερώς, κάνοντας το κεφάλι μικρότερο από όσο οι προγενέστεροι γλύπτες και τα σώματα λεπτότερα και με μεγαλύτερη συνοχή και έτσι τα αγάλματά του φαίνονται ψηλότερα. Δεν υπάρχει λατινικός όρος για την ελληνική λέξη συμμετρία, την οποία εφάρμοσε με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια μ’ ένα νέο σύστημα, μεταβάλλοντας τις τετράγωνες μορφές των παλαιότερων γλυπτών. Και συνήθιζε να λέει, ότι ενώ οι παλαιότεροι γλύπτες απεικόνιζαν τους ανθρώπους όπως στ’ αλήθεια ήταν, εκείνος τους παρίστανε όπως φαίνονταν. Αυτό που κυρίως χαρακτήριζε την τέχνη του ήταν οι λεπτές διακυμάνσεις της επιφάνειας, που ήταν εμφανείς ακόμη και στις πιο μικρές λεπτομέρειες»(POLLITT:78).
Στα σωζόμενα έργα που αποδίδονται ή συνδέονται με τον Λύσιππο, μπορούμε να διακρίνουμε κυρίως τρία στυλιστικά χαρακτηριστικά. Τα κεφάλια των αγαλμάτων του, σύμφωνα με την παρατήρηση του Πλίνιου είναι μικρότερα σε σχέση με τις προηγούμενες φάσεις της ελληνικής πλαστικής (περίπου το 1/8 του ύψους του σώματος σε σχέση με το 1/7.) Το δεύτερο χαρακτηριστικό της τεχνοτροπίας του Λυσίππου έγκειται στη συστροφή του κορμού με τέτοιο τρόπο ώστε να υπάρχουν περισσότερα από ένα σημεία από τα οποία να μπορεί ο θεατής να μελετήσει το άγαλμα. Τρίτον, τα χέρια και τα γόνατα προεκτείνονται πέραν του παραδοσιακού, κλειστού, περιβάλλοντος χώρου, εισδύοντας για άλλη μια φορά στο χώρο του θεατή.
Ο πρώιμος Λύσιππος ήταν ταυτόχρονα υπέρμαχος της παράδοσης και του νεωτερισμού, ενώ τον διακατείχε μια «θεατρική νοοτροπία, καθώς πολλά έργα του είχαν σχεδιαστεί για να διεγείρουν συναισθηματικά τους θεατές τους. Στο πλαίσιο της δημιουργίας εντυπώσεων εντάσσεται ο χειρισμός της κλίμακας και η επαναφορά της κολοσσικής γλυπτικής στο δημόσιο βίο, ανάγκη που υπαγορεύτηκε είτε από το ενδιαφέρον του για την Ανατολή, λόγω των κατακτήσεων του Μεγάλου Αλεξάνδρου είτε από την επιθυμία του να προσδώσει θεατρικότητα στις δημιουργίες του.
Ηρακλής Farnese: Πρόκειται για έναν κουρασμένο Ηρακλή που γέρνει στο ρόπαλό του. Το κολοσσικό άγαλμα βρίσκεται στη Νάπολη και προέρχεται από τις Θέρμες του Καρακάλλα, στη Ρώμη και υπογράφεται από έναν αντιγραφέα Γλύκωνα από την Αθήνα. Στο έργο η κλίμακα και οι τονισμένοι μυώνες έρχονται σε ειρωνική αντίθεση με την κούραση του και την τονίζουν ακόμη πιο έντονα. Αναμφίβολα, λυσιππικές μορφές σαν αυτή αποτελούν πρόδρομο του συναισθηματικού εξπρεσσιονισμού. Ο Ηρακλής αποτελεί σύμβολο του ηρωϊσμού, της ευψυχίας και της πνευματικότητας του Έλληνα. Ο Λύσιππος απεικονίζει τον Ηρακλή σαν μία υπεράνθρωπη ύπαρξη, που έχοντας ξεπεράσει τις επίγειες δοκιμασίες, απογυμνώνεται από σχεδόν από τo θνητό κομμάτι της, μέσω της φιλοσοφικής ενατένισης ή της θρησκευτικής έκστασης και έρχεται σε επαφή με το θείο στοιχείο της. Φιλοσοφικά ρεύματα, όπως οι Στωϊκοί και οι Επικούρειοι χρησιμοποίησαν τον Ηρακλή ως σύμβολο της ροπής της ανθρώπινης ψυχής προς την τελική γαλήνη που κατακτιέται με συνεπή πνευματικό αγώνα. Ενδεχομένως, ο Νικήτας Χωνιάτης να είχε δει από κοντά το άγαλμα ή κάποιο αντίγραφό του:
Καθόταν εκεί χωρίς να ριγά. Στα χέρια του δεν κρατούσε τόξο και ούτε κράδαινε ρόπαλο μπροστά του, αλλά τέντωνε προς τα έξω, όσο μπορούσε το δεξί του πόδι και το δεξί του χέρι, ενώ λύγιζε το αριστερό του πόδι στο γόνατο και έγερνε στον αγκώνα του αριστερού χεριού του, με τον πήχυ τεντωμένο προς τα πάνω, έτσι ώστε να στηρίζει το κεφάλι του στην παλάμη του αριστερού χεριού του. Ήταν μια μορφή γεμάτη απελπισία.. (Νικήτας Χωνιάτης, De signis Constantinopolitanis 5).
Συνοψίζοντας, ο Λύσιππος, μας παρέδωσε έργα που απεικονίζουν εμβληματικές μορφές της μυθολογίας(Ηρακλής) και της ελληνικής ιστορίας (Μ.Αλέξανδρος), οι οποίες διακρίνονται για την έντονη ρεαλιστική απεικόνιση και ψυχογραφία, όμως πολύ συχνά αυτά τα πορτρέτα γίνονταν αφορμές για αλληγορικές διατυπώσεις, με κυρίαρχη τη δήλωση του ευκαιριακού, του ευμετάβλητου της τύχης, του παροδικού και του εφήμερου. Στις δημιουργίες του είναι έκδηλες τόσο οι επιδράσεις των φιλοσοφικών ρευμάτων της εποχής του, απότοκος των κοινωνικών συνθηκών, όσο και η πορεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των καιροσκοπικών ενεργειών των διαδόχων του. Οι στυλιστικοί μανιερισμοί του Πολύκλειτου, Λύσιππου και Πραξιτέλη έγιναν μέρος μιας πολιτιστικής κληρονομιάς, της ελληνιστικής, που άσκησε επίδραση και στα μεταγενέστερα ρεύματα.
Βιβλίο αναφοράς: POLLITT, J.J, H ΤΕΧΝΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ, Αθήνα 2000.
Χριστιάνα Οικονόμου-Απόφοιτος Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης, Mphil in Theatrical Studies.

Αφήστε μια απάντηση