«Ο Ιησούς στο σπίτι των γονιών του» ή «Το Εργαστήριο του Ξυλουργού» του Sir John Everett Millais και οι Προραφαηλίτες. 1849-1850. Tate Gallery, London.

Το πρώτο σημαντικό έργο του Millais με θρησκευτικό περιεχόμενο απεικονίζει μια σκηνή από την παιδική ηλικία του Χριστού. Το 1850 εκτέθηκε στη Royal Academy ως άτιτλη δημιουργία την οποία συνόδευε ένα απόσπασμα από την Αγία Γραφή «Καί εάν τις ειπή προς αυτόν, Τι είναι αι πληγαί αυταί εν μέσω των χειρών σου; θέλει αποκρίθη, Εκείναι, τάς οποίας επληγώθην εν τω οίκω των φίλων μου»(Ζαχαρίας, 13:6). Είναι έκδηλο ότι οι θρησκευτικοί συμβολισμοί διατρέχουν ολόκληρη τη σύνθεση. Το γεωμετρικό σχήμα του τριγώνου στον τοίχο συμβολίζει την Αγία Τριάδα, η οποία αντιπροσωπεύεται στη δημιουργία από τον υιό- Ιησού και το Άγιο Πνεύμα, που από τη βαθμίδα μιας σκάλας, με τη μορφή περιστεράς συμμετέχει στη σκηνή μιας πρόωρης Βάπτισης του Ιησού, παραπέμποντας τον θεατή στην κλίμακα του Ιακώβ, τη γέφυρα δηλαδή της ένωσης του επίγειου με τον επουράνιο κόσμο και κατά συνέπεια του ανθρώπου με το θείο και το αιώνιο. Συγχρόνως, ο τύπος της σκάλας απαντάται σε δυτικές εικαστικές αναπαραστάσεις της Σταύρωσης, όπου χρησιμοποιείται από τους μαθητές του Ιησού για την αποκαθήλωση του νεκρού σώματος του δασκάλου τους. Το ξύλο, σαν υλικό επένδυσης του πατώματος και του τοίχου, όπου φυλάσσονται τα εργαλεία και τα καρφιά που κυριαρχούν στο χώρο του εργαστήριου, σε συνδυασμό με τις αιμορροούσες πληγές στα άνω και κάτω άκρα του Ιησού, οι οποίες προεικονίζουν τα στίγματα και το σταυρικό του μαρτύριο, διαμορφώνουν ένα σκηνικό που ναι μεν προσομοιάζει αποκλειστικά σε χώρο εργασίας, αλλά ξεφεύγει από τα όρια του αισθητού κόσμου και με το πλήθος των διάσπαρτων συμβόλων μετατρέπει ένα ταπεινό γήινο εργαστήριο σε ιερό τόπο, χωρίς να χάνεται όμως η επαφή με το ρεαλισμό.
Το μικρό αγόρι, που μοιάζει με μαθητευόμενο στο εργαστήριο του Ιωσήφ ή σαν ένα ακόμη μέλος της οικογένειας, φέρνει μια λεκάνη με νερό, αντικείμενο που συμβάλλει στη σαφή ταυτοποίησή του με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Αν και έχει προταθεί η ερμηνεία της αποκωδικοποίησης της πράξης αυτής του Ιωάννη ως εικαστικής προεξαγγελίας του ιερού νιπτήρα, κατά τη γνώμη μου η παρουσία του Αγίου Πνεύματος, του Παράκλητου, συνιστά σημειολογική προσέγγιση της Βάπτισης του Χριστού. Ο πίνακας αυτός αποτελεί μια ευφυή σύλληψη του Millais, καθώς κατορθώνει να αναδείξει τη θεία και τη θνητή φύση του Θεανθρώπου μέσα από ένα γόνιμο εικαστικό συγκερασμό της Βάπτισης και της Σταύρωσής του σε συμφραζόμενα του καθημερινού βίου αληθινών ανθρώπων, αλλά χωρίς να εκλείπουν τα σημεία που συνδέονται με την εικαστική παρουσίαση χριστολογικών θεμάτων.

Ακολουθώντας πιστά τις αρχές των Προ- Ραφαηλιτών για την εμμονή στον ρεαλισμό και στη χειρουργική λεπτομέρεια, ο Millais βάσισε την τοποθέτηση του σκηνικού σε ένα υπαρκτό ξυλουργικό εργαστήριο στην Oxford Street, ενώ τα πρόβατα στο background, αποδόθηκαν με πρότυπο δύο κεφάλια προβάτων που του παρείχε ένας τοπικός κρεοπώλης. Η παρουσία των προβάτων θα μπορούσε εν δυνάμει να σηματοδοτεί το «κοπάδι», το σύνολο της χριστιανικής κοινότητας, ή ίσως τους Αποστόλους που ήταν και οι πρωτομάρτυρες της χριστιανικής πίστης (Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων. Γίνεσθε ουν φρόνιμοι ως οι όφεις και ακέραιοι ως αι περιστεραί. Ματθαίος, 10-16). Οι Times, περιέγραψαν το έργο σαν «αηδιαστικό», αποδοκιμάζοντας το συνολικό εγχείρημα του καλλιτέχνη να απογυμνώσει τις μορφές από κάθε ίχνος αγιότητας και εξιδανίκευσης, προσπαθώντας να τις εντάξει σε ένα αμιγώς ρεαλιστικό πλαίσιο, σε μια πραγματικότητα, άμεσα συνυφασμένη με τη δική του ατομική αντίληψη σχετικά με το περιβάλλον που θα μπορούσε να έχει γαλουχηθεί ο ιός του Θεού. Οι μορφές αποδίδονται με έναν ωμό ρεαλισμό, που σχεδόν αγγίζει τα όρια του νατουραλισμού, όπως φανερώνει το ρυτιδιασμένο πρόσωπο της Παναγίας και η έλλειψη υγιεινής που παρατηρείται σε αρκετά πρόσωπα της σύνθεσης. Ο καλλιτέχνης απέφυγε να χρησιμοποιήσει μοντέλα και αξιοποίησε μέλη της οικογένειάς του. Για την απόδοση της φιγούρας του Ιωσήφ χρησιμοποίησε το κεφάλι του πατέρα του και το σώμα ενός επαγγελματία ξυλουργού, με μυώδεις βραχίονες, σκληρά, ηλιοκαμένα χέρια και ανατομική αποτύπωση των φλεβών. Η νύφη του, Mary Hodgkinson αποτέλεσε τη βάση για τη φιλοτέχνηση της μορφής της Θεοτόκου, ο Noel Humphreys, γιος του καλλιτέχνη φίλου του, «δάνεισε» τα χαρακτηριστικά του στον μικρό Ιησού, ενώ ένας υιοθετημένος ξάδερφος, ο Edwin Everett, ενέπνευσε τον ζωγράφο για τη σχεδίαση της φιγούρας του Προδρόμου.

Η εφημερίδα δυσφόρησε με την παρουσίαση της θείας οικογένειας «ως συνηθισμένων ανθρώπων, χαμηλής κοινωνική θέσης, που δραστηριοποιούνται σε ένα ταπεινό εργαστήριο, χωρίς καμία κατανοητή αφαίρεση της μιζέριας, της βρωμιάς, ακόμη και της ασθένειας, όλα ολοκληρωμένα με την ίδια απεχθή ασημαντότητα». Ο λογοτέχνης Charles Dickens, φανατικός πολέμιος των PRB, εστιάζει στη δυσμορφία του Χριστού και της Θεοτόκου, για την οποία επισημαίνει χαρακτηριστικά «ότι ένα πλάσμα τόσο τρομερό στην ασχήμια του, που θα μπορούσε να ξεχωρίζει από την υπόλοιπη συντροφιά, σαν ένα τέρας στα πιο σκανδαλώδη καμπαρέ στη Γαλλία ή στα πιο χαμηλής υποστάθμης ποτοπωλεία της Αγγλίας». Οι τόσο καυστικές κριτικές και το κύμα αντιδράσεων που προκάλεσε η έκθεση του έργου οδήγησαν τη Βασίλισσα Βικτώρια να ζητήσει την αφαίρεση του έργου από την Ακαδημία και την προσεκτική εξέτασή του από την ίδια.

Άξιζε το συγκεκριμένο έργο μία τέτοια θύελλα αντιδράσεων; Η Ύστερη Αναγέννηση, με εξαίρεση τον Caravaggio και τους γήινους Αγίους του, μας έχει συνηθίσει σε εξιδανικευμένες αποτυπώσεις του θείου με πομπώδεις, υπερβατικές και αψεγάδιαστες μορφές που έχουν φτάσει στα επίπεδα της ηθικής και πνευματικής τελείωσης. Η παράδοση αυτή συνεχίστηκε και στους κόλπους της Royal Academy, που ισχυριζόταν ότι αντιπροσώπευε την μεγαλόστομη τέχνη του Ραφαήλ, με κύρια χαρακτηριστικά της το Υψηλό Μεγαλειώδες Ύφος, την εξιδανίκευση της φύσης και την αναζήτηση και ανάδειξη της ομορφιάς σε βάρος της αλήθειας. Ο Millais,αποχώρησε από την Ακαδημία και μαζί με τους William Holman Hunt και τον Dante Gabriel Rossetti, που πρέσβευαν την άποψη της αναμόρφωσης της βαλτωμένης και βαρετής ακαδημαϊκής τέχνης, μέσα στο κλίμα της Βιομηχανικής Επανάστασης και των επαναστατικών κινημάτων που σημειώθηκαν το 1848 στον ευρωπαϊκό χώρο, γνωστά ως Άνοιξη των λαών, ίδρυσαν το ίδιο έτος την Προ-Ραφαηλιτική Αδελφότητα, (Pre-Raphaelite Brotherhood, γνωστή με τα αρχικά PRB που καθιέρωσαν οι ίδιοι). Όπως αναφέρθηκε και προηγούμενα στο κείμενο, η ανανέωση της καλλιτεχνικής δημιουργίας απαιτούσε ρεαλιστική και λεπτομερή αναπαράσταση του φυσικού περιβάλλοντος αλλά και των μορφών, που αποκαθηλώνονται από το βάθρο της εξιδανίκευσης στο μέτρο του καθημερινού ανθρώπου, εκπροσώπου του μέσου όρου. Ένα ακόμη από τα τεχνοτροπικά τους χαρακτηριστικά ήταν η χρήση έντονων και φωτεινών χρωμάτων, δουλεμένα σχεδόν αποκλειστικά σε λευκό φόντο, ο εμπλουτισμός της εικαστικής σύνθεσης με συμβολικά στοιχεία, και η εργασία σε ανοιχτό χώρο, έξω από τα studio. Η αναμόρφωση της τέχνης έπρεπε να πραγματοποιηθεί με την άντληση στοιχείων από την καλλιτεχνική δεξαμενή της παράδοσης που προηγήθηκε του Ραφαήλ, δηλαδή από την αλήθεια και την καθαρότητα του Μεσαιωνικού πνεύματος, όταν οι καλλιτέχνες ήταν ακόμη «τίμιοι τεχνίτες έναντι του Θεού» που προσπαθούσαν να αντιγράψουν τη φύση επικεντρωμένοι στη δόξα του Θεού, χωρίς να τους απασχολεί η κοσμική ευτυχία. Η θεματολογία τους προερχόταν από τη Βίβλο, τη μυθολογία, τη λογοτεχνία, π.χ. τον Σαίξπηρ, αλλά και τη σύγχρονη αστική ζωή με ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο της γυναίκας στους θεσμούς του κοινωνικού βίου. Αυτά εν ολίγοις ήταν τα καλλιτεχνικά ιδεώδη της ομάδας των Προραφαηλιτών που συχνά κατηγορούνταν ως βλάσφημοι ή υπερόπτες διότι θεωρούσαν τον Ραφαήλ υπερεκτιμημένο και τους ίδιους ανώτερους αυτού. Κατά τη γνώμη μου, παρά τον έκλυτο βίο τους και την οποιαδήποτε έπαρση που τους διακατείχε για τις ικανότητές τους, διέπονταν από βαθιά και αγνή ευσέβεια για το Θείο. Ο στόχος της απεικόνισης αυτής της σκηνής από την καθημερινότητα της οικογένειας του Ιησού σε ένα τέτοιο χώρο δεν έγκειται στην υποβάθμιση και το χλευασμό των θείων προσώπων, αλλά στην κατάδειξη ενός πολύ σημαντικού νοήματος της χριστιανικής διδασκαλίας, την ταπείνωση και την ισότητα. Ο Χριστιανισμός δεν είναι μια θρησκεία της ελίτ, δε γνωρίζει κοινωνικές τάξεις και διακρίσεις με κριτήριο την οικονομική δύναμη των πιστών, αλλά αγκαλιάζει τους ανθρώπους από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Άλλωστε και ο Θεός εμπιστεύτηκε τον υιό του στην οικογένεια ενός μαραγκού για να γεννηθεί σε ένα στάβλο και να πεθάνει πάνω σε ένα Σταυρό…

Χριστιάνα Οικονόμου. Απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του ΕΚΠΑ, κάτοχος MPhil στις Θεατρικές Σπουδές.

Αφήστε μια απάντηση