Ο γάμος και ο επαγγελματικός βίος των γυναικών στην κλασική αρχαιότητα μέσα από τις κωμωδίες του Αριστοφάνη Ά μέρος.

Ο γάμος και ο επαγγελματικός βίος των γυναικών κλασική στην αρχαιότητα μέσα από τις κωμωδίες του Αριστοφάνη Ά μέρος.

Σε αντίθεση με τη μητριαρχική οργάνωση των κοινωνικών δομών στη Μινωϊκή Κρήτη , η θέση της γυναίκας στην αρχαία Αθήνα ήταν αμφιλεγόμενη και υποβαθμισμένη καθώς υπόκειτο σε πλήθος περιορισμών και συμβάσεων, ενώ στην αριστοφανική Λυσιστράτη, η προσωρινή κυριαρχία της γυναικοκρατίας στην Πόλη αποτελεί μια αφύσικη, μη νομιμοποιημένη εθιμοτυπικά και νομικά, ουτοπική κατάσταση, την οποία ο δραματουργός εμπνεύστηκε από το μυθολογικό και τελετουργικό υπόβαθρο των Αθηναίων. Ας μην ξεχνάμε την προσπάθεια των Αμαζόνων να καταλάβουν την Ακρόπολη, μετά την κατάληψη της Πνυκας, αλλά ηττήθηκαν από τον Θησέα. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, οι τάφοι τους ήταν στους πρόποδες του λόφου και είχαν ανεγερθεί ιερά κοντά στις Πύλες του Πειραιά.
Στα πλαίσια όμως του οργανωμένου κοινωνικού βίου της κλασικής Αθήνας, οι γυναίκες δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα ή εκπροσώπηση, ζούσαν περιορισμένες στο γυναικωνίτη (γυναικείον), τα γυναικεία δηλαδή διαμερίσματα του οίκου και ασχολούνταν με τις οικιακές εργασίες, και την επίβλεψη των δούλων, αλλά συγχρόνως η συμβολή τους ήταν καίρια στη διαπαιδαγώγηση των τέκνων, στην παραγωγή και τη διατήρηση του οικογενειακού πλούτου, λειτουργούσαν δε ως εγγυήτριες δυνάμεις της συνοχής του οίκου και της αρσενικής διαδοχής. Η μοναδική περίσταση εξόδου από την οικία τους ήταν η συμμετοχή σε κάποια θρησκευτική γιορτή, όπου τραγουδούσαν ή χόρευαν, όπως απεικονίζεται στη ζωφόρο των Παναθηναίων στον Παρθενώνα. Αξίζει όμως να σημειωθεί ο σημαντικός και ηγετικός ρόλος των γυναικών στις θρησκευτικές εορτές ή τελετουργίες, όπου λάμβαναν ακόμη και ιερατικά αξιώματα. Τα Θεσμοφόρια, μια γιορτή- ύμνος στη γυναικεία γονιμότητα, συνιστούσαν επί της ουσίας ένα δρώμενο αναπαράστασης της ανάληψης της εξουσίας, έστω και σε συμφραζόμενα τελετουργικής πράξεως, των αρμοδιοτήτων που στον κοινωνικό βίο ανήκαν αποκλειστικά στον ανδρικό πληθυσμό, χρηματοδοτούνταν από άνδρες, αποδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο την καθολική αποδοχή των γυναικών στη διαιώνιση του ανθρωπίνου γένους.
Απόλυτα υποταγμένες στη βούληση του πατέρα τους, οι γυναίκες δέχονταν το σύζυγο που επέλεγε ο πατέρας τους ή άλλος νόμιμος κηδεμόνας τους και αντιμετωπίζονταν από τους συζύγους τους ως πηγή πλουτισμού και κοινωνικής ανόδου αλλά και μέσο τεκνοποίησης. Η τεκνογονία και ειδικά η απόκτηση άρρενος τέκνου, αποτελούσε για έναν άντρα τον πρωταρχικό σκοπό της σύναψης ενός γάμου, καθώς διασφάλιζε τη διαιώνιση του γένους του και τη συνέχιση της λατρείας των προγόνων, αλλά και ένα στήριγμα για τα γεράματά του, καθώς και τον ενταφιασμό του σύμφωνα με τα ήθη και τα έθιμα της εποχής. Για έναν Αθηναίο πολίτη ο γάμος ήταν μια κοινωνική αναγκαιότητα και σύμβαση και παρότι το νομικό πλαίσιο δεν καθιστούσε το γάμο υποχρεωτικό , η κοινή γνώμη ήταν ιδιαίτερα δεσμευτική ως προς την ομαλή ένταξη του Αθηναίου Πολίτη στην κοινότητα, ως ενεργό και χρήσιμο μέλος για την υγιή συγκρότηση, άνθηση και συνέχισή της.
Η ηλικία του γάμου για τις γυναίκες δεν ήταν νομικά προσδιορισμένη, όμως συνήθως το κατώτατο όριο ήταν τα δώδεκα έτη για τη γυναίκα , ενώ οι άνδρες δεν παντρεύονταν πριν από την ενηλικίωσή τους στα δεκαοκτώ τους χρόνια. Μια γυναίκα χωρίς προίκα ήταν δύσκολο να παντρευτεί και όπως φαίνεται η προίκα ήταν από τους όρους που ξεχώριζαν το νόμιμο γάμο από την παλλακεία. Η λύση ενός γάμου μπορούσε να επέλθει με οποιαδήποτε αιτιολογία, ενώ οι συνηθέστερες αιτίες διαζυγίου ήταν αφενός η μοιχεία της γυναίκας , που αν αποδεικνυόταν νομικά είχε ως συνέπεια την υποχρεωτική αποπομπή της μοιχαλίδας και την ατιμία του συζύγου, τη στέρηση δηλαδή των πολιτικών του δικαιωμάτων και αφετέρου η στειρότητα. Η αδυναμία μιας γυναίκας να τεκνοποιήσει, όχι μόνο ήταν επαρκής εξήγηση για τη διάλυση του γάμου, αλλά αποτελούσε την εκπλήρωση του πατριωτικού και θρησκευτικού καθήκοντος του ανδρός. Ωστόσο, ο άνδρας που χώριζε τη γυναίκα του, όφειλε να επιστρέψει και την προίκα της . Από την άλλη πλευρά, η γυναίκα ήταν σε πολύ πιο αδύναμη θέση. Η μόνη δυνατότητα διαφυγής της από έναν προβληματικό γάμο ήταν η ευνοϊκή κρίση της αίτησης διαζυγίου της στον Επώνυμο άρχοντα. Η απιστία σε καμία περίπτωση δε συνιστούσε αιτία λύσης του γάμου για τη γυναίκα , διότι το νομικό πλαίσιο της εποχής επέτρεπε τη σεξουαλική ελευθερία του άντρα. Μόνο η αποδεδειγμένη βιαιοπραγία εδύνατο να συμβάλλει στην έκδοση διαζυγίου.
Κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου, οι γυναίκες των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων έμεναν περιορισμένες στο γυναικωνίτη και έπαιρναν τον αέρα τους σε μια εσωτερική αυλή, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα των ξένων ανδρών και έβγαιναν από το σπίτι με τη συνοδεία ακολούθων για να κάνουν τα προσωπικά τους ψώνια, ενώ οι γυναίκες που προέρχονταν από τα χαμηλότερα λαϊκά στρώματα ασκούσαν διάφορα επαγγέλματα για να συμβάλουν στον προϋπολογισμό της οικογένειας . Πλούσια πηγή πληροφοριών για τα διάφορα επαγγέλματα που εδύνατο να ασκήσει μια γυναίκα αποτελούν οι κωμωδίες του Αριστοφάνη. Ενδεικτικά αναφέρουμε:
Λαχανοπώλις
Η αναφορά στο επάγγελμα της λαχανοπώλιδος στους Αχαρνής (στ. 478) αποτελεί αφορμή για τον Αριστοφάνη ώστε να διακωμωδήσει την καταγωγή του Ευριπίδη, διότι ήταν ο γιος μιας γυναίκας που πουλούσε λάχανα. Ο Δικαιόπολις ζητά από τον ποιητή ως τελευταίο πράγμα για να συμπληρώσει τη ρακένδυτη εμφάνισή του έναν σκάνδικα, δηλαδή ευτελές, άγριο χορταρικό, το οποίο μάλιστα θα έχει πάρει από τη μητέρα του . Αναφέρει δε ότι εκείνη ήταν ευτυχισμένη που πουλούσε λάχανα και δεν έγραφε τραγωδίες.
Μια λαχανοπώλις αναφέρεται στους Σφήκες (στ. 497). Επίσης στις Θεσμοφοριάζουσες (στ. 387), όπου η ακριβής λέξη είναι λαχανοπωλήτρια. Πρόκειται και εδώ για τη μητέρα του Ευριπίδη, την οποία συνέδεαν με την ταπεινή προέλευση του ποιητή.
Στεφανηπλοκούσα
Αναφέρεται ως στεφανηπλοκούσα κάποια Αθηναία η οποία εργαζόταν σε ένα ανθοπωλείο και έπλεκε στεφάνια με σκοπό να θρέψει τα πέντε παιδιά της, δεδομένης της απώλειας του συζύγου της στην Κύπρο. Προφανώς τα στεφάνια προορίζονταν για προσφορές στους θεούς ή για την ιερή τελετουργία, διότι όπως αναφέρει η ίδια, από τότε που ο Ευριπίδης έπεισε τους Αθηναίους ότι δεν υπάρχουν θεοί, η ζήτηση έπεσε κατακορύφως (Θεσμοφοριάζουσαι, στ. 446-452).
Αρτοπώλις
Μια πλανόδια αρτοπώλις εμφανίζεται στο τέλος της κωμωδίας Σφήκες (στ. 1388-1391) και κρατώντας έναν ξύλινο δίσκο στα χέρια διαμαρτύρεται για τη φθορά του εμπορεύματός της. Στους Βατράχους (στ. 858), οι αρτοπώλιδες παρουσιάζονται ως καυγατζούδες και η έριδα Αισχύλου και Ευριπίδη είναι ο λόγος για τον οποίο παρομοιάζονται οι δύο ποιητές με αυτή την επαγγελματική κατηγορία, ακριβώς επειδή φωνασκούν.
Λεκιθοπώλις
Αναφέρεται στον Πλούτο (στ. 427). Λεκιθοπώλιδες ήταν οι αυγουλούδες. Το μόνο χαρακτηριστικό τους που δίδεται εκεί είναι ότι επρόκειτο για φωνακλούδες, όπως ήταν και οι πανδοκεύτριες (βλ. ενότητα 6).
Με αφορμή τα επαγγέλματα αυτά των γυναικών που μόλις περιγράφηκαν αλλά και με μια σειρά άλλων επαγγελματικών τους ιδιοτήτων που αναφέρονται αλλού σε αυτή την εργασία (π.χ. οι πανδοκεύτριες) μπορεί να γίνει λόγος για έναν σημαντικό αριθμό γυναικών στην Αθήνα τις οποίες η δυσχερής οικονομική τους κατάσταση ωθούσε σε εμπορικές δραστηριότητες. Παρουσιάζονται ή αναφέρονται σε διάφορες κωμωδίες και αναλαμβάνουν ακόμα και ασχολίες που έχουν σχέση με την πορνεία ως μαστροποί. Αλλά και όταν οι ασχολίες τους είναι πολύ λιγότερο ιδιαίτερες από αυτές μιας πορνοβοσκού, η σκιαγράφησή τους δεν είναι ιδιαίτερα τιμητική στον Αριστοφάνη. Είναι μάλλον ογκώδεις και ρωμαλέες, πρώτες στις καταχρήσεις, επιρρεπείς στην εξαπάτηση (π.χ. οι καπηλίδες = πανδοκεύτριες) και συχνά ασκούσες ταπεινωτική εργασία όπως οι λαχανοπώλιδες. Ορισμένες φαίνεται ότι ήταν μέτοικοι, όχι όμως οι περισσότερες .

Η συνέχεια στο επόμενο!
Χριστιάνα Οικονόμου
Φιλόλογος -απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του ΕΚΠΑ, MPhil στις Θεατρικές Σπουδές.

 

Αφήστε μια απάντηση