«Ο άσαρκος- σαρκοβόρος έρωτας…»

Ο άσαρκος- σαρκοβόρος έρωτας στον Ιππόλυτο του Ευριπίδη και στον Τελευταίο Πειρασμό του Νίκου Καζαντζάκη.

 

Ποια είναι η αιτία που δυναμιτίζει την ερωτική ένωση της Φαίδρας με τον πρόγονό της, Ιππόλυτο και της Μαρίας Μαγδαληνής με τον παιδικό της έρωτα και πνευματικό καθοδηγητή της Ιησού;
Αίτημα του Ιππόλυτου και του Ιησού, καθίσταται η ένωση με μία αιώνια, αδιασάλευτη και ανέπαφη Κοσμική Ενέργεια, -η οποία είτε ως απόλυτη μονάδα και ολότητα ενσαρκώνεται στο Θεό του Ισραήλ «Αδωνάι» , είτε παρουσιάζεται με τη συμβολική μορφή της Αρτέμιδος , σαν μία έκφανση της πολλαπλής διάθλασης της αόρατης αυτής δύναμης,- αποτελώντας τη γενεσιουργό αιτία του συμπαντικού οικοδομήματος και αδιαμφισβήτητο ρυθμιστικό παράγοντα της ροής των ανθρωπίνων πραγμάτων και των φυσικών νόμων. Η ηθική τελείωση, που απαιτεί , μεταξύ άλλων την αποχή από τη σεξουαλική πράξη-συνιστά αναγκαία συνθήκη της ένωσης του άυλου, πνευματικού στοιχείου του ανθρώπου, η ψυχή του οποίου είναι δέσμια του φθαρτού υλικού του σώματος , με την Αιώνια Θεία Αρχή, εξασφαλίζοντας τη μεταθανάτιο διατήρηση της ψυχής και αν είναι δυνατό, τη μερική εξομοίωση με το θείο. Στην «Ασκητική» του ο Νίκος Καζαντζάκης εξαίρει την επιτακτική ανάγκη της υπερνίκησης των ορμέμφυτων ενστίκτων στην πορεία του ατόμου προς τη Θέωση και στην κατάλυση του βιολογικού θανάτου μέσω της αθανασίας της ψυχής. Οι ομοιότητες των δύο ηρώων εξαντλούνται στην απόπειρα μέθεξης στη θεία ουσία, αλλά οι μεταξύ τους αντιθέσεις είναι έκδηλες. Ο Ιππόλυτος σκιαγραφείται σαν ένας στατικός ήρωας , δηλαδή θεατρικός χαρακτήρας , τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του οποίου δε σημειώνουν ιδιαίτερη εξέλιξη , κατά την εκτύλιξη της δραματικής πλοκής. Η απόλυτη αφοσίωσή του στην Αρτέμιδα και στο ηθικό πρότυπο ζωής που προτάσσει η λατρεία της, δηλώνεται απερίφραστα τόσο από τον πρόλογο κιόλας , της θεάς Αφροδίτης, υπαίτιας της μετέπειτα συντριβής του, όσο και από τον μηχανισμό πληροφόρησης που εξυφαίνει ο Ευριπίδης, στις λεκτικές αποτυπώσεις της καθημερινότητας του ήρωα από τα δευτερεύοντα δραματικά πρόσωπα. Ο Ιππόλυτος εμφανίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου αμετακίνητος στα πιστεύω του και ειδικά στο ιδανικό της Παρθενίας και απορρίπτει τις ερωτικές προτάσεις τη Φαίδρας, όχι μόνο από σεβασμό στον πατέρα του, αλλά γιατί το σεξουαλικό του ένστικτο έχει ατονήσει πλήρως και δεν αισθάνεται έλξη για το γυναικείο φύλο. Στη στιχομυθία μάλιστα με την Τροφό της Φαίδρας , αναδύονται οι τάσεις μισογυνισμού του- ή μάλλον ορθότερα του ίδιου του Ευριπίδη, – περιγράφοντας τη γυναίκα ως ηθικά κατώτερο δημιούργημα με ταπεινά ένστικτα και έμφυτη ροπή στα υλικά αγαθά και στη φαυλότητα.
Από την άλλη πλευρά, η εσωτερική πάλη και οι συνεχείς αμφιταλαντεύσεις και διακυμάνσεις της ψυχολογίας του Ιησού, προσδίδουν ιδιαίτερη δυναμική στη διάπλαση του χαρακτήρα του και προλειαίνουν το έδαφος για την ολοκληρωτική μεταμόρφωσή του. Η μεταβλητότητά και αναποφασιστικότητά του , υποχωρεί όταν αρχίζει να συνειδητοποιεί τη θεία φύση και καταγωγή του, την οποία, παρά τα σημάδια της θείας παρουσίας στον προγενέστερο βίο του, τόσα χρόνια προσπαθούσε να απεμπολήσει , σε μια έσχατη προσπάθεια να ζήσει σύμφωνα με το modus vivendi των κοινωνικών στερεοτύπων . Το κομβικό σημείο στη ζωή του συντελείται όταν αφήνει τη δουλειά του μαραγκού που κατασκεύαζε σταυρούς , όργανα θανάτωσης των Εβραίων Επαναστατών από τους Ρωμαίους κατακτητές , και υιοθετεί, σε πολιτικό επίπεδο το ρόλο του ως Μεσσία-απελευθερωτή του λαού του Ισραήλ , και ευρύτερα του σωτήρα των ψυχών των ανθρώπων από την πλάνη της ύλης και της αμαρτίας . Ως εκ τούτου, οι ιδέες του Ιησού , υποτάσσονται σε ένα οικουμενικό όραμα ανθρωπιστικού χαρακτήρα, που θεμελιώνεται σε ένα νέο, αναμορφωμένο κόσμο πολυεπίπεδης ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Στο φιλοσοφικό σύστημα του Ιησού, τα δύο φύλα εξισώσονται, όμως η προοπτική της σωματικής του ένωσης με τη Μαγδαληνή , πρέπει να εξαλειφθεί ως πιθανότητα, ώστε η επικράτηση του πνεύματος επί της ύλης, να του επιτρέψει να συμμορφωθεί στις επιταγές του θείου Νόμου και να εκπληρώσει την πολυδιάστατη αποστολή του. Σε αντίθεση με τον Ιππόλυτο, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, μετέρχεται μία ρητορική μίσους απέναντι στο γυναικείο φύλο , το κήρυγμα του Ιησού επικεντρώνεται στην αγάπη και στην ισομερή κατανομή της στα μέλη της ανθρώπινης κοινωνίας, ανεξαρτήτως φύλου , φυλετικής καταγωγής ή οικονομικής δύναμης και θέσης στην κοινωνική πυραμίδα. Ο Ιησούς , θυσιάζει την ατομική του ευτυχία και τη ζωή του, για να προωθήσει το σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου. Στην αρχή αμφιταλαντεύεται. Μήπως ο αγώνας του πρέπει να περιοριστεί αποκλειστικά στη σωτηρία του μοναδικού προσώπου που αγαπά περισσότερο ακόμη και από την ίδια του μητέρα; Άλλωστε , η ηθική κατάπτωση της Μαγδαληνής, απορρέει εν μέρει από τη δική του απόρριψη και συμβάλει στη διαμόρφωση της ταυτότητάς του και του σχεδιασμού των κινήσεών του εφεξής. Πράγματι, ο Ιησούς σώζει τη ζωή της Μαγδαληνής, αποτρέποντας τη δολοφονία της από τον ζηλωτή Βαραβά και το λιθοβολισμό της από την σαρκοβόρα «ανθρώπινη» κοινωνία. Από τη στιγμή εκείνη , η Μαγδαληνή μεταβάλλει νου , και εισάγεται εθελουσίως σε μία κατάσταση εσωτερικού εγκλεισμού και ενδοσκόπησης. Η απομόνωσή της από το κοινωνικό περιβάλλον και η αποχή από τις σεξουαλικές απολαύσεις, δίνουν πλέον μία αμιγώς πνευματική διάσταση στα συναισθήματά που εξωτερικεύει για τον Ιησού, τον οποίο περιμένει κάθε φορά να γυρίσει με στωικότητα και που από ένα σημείο και μετά ακολουθεί στις διαδρομές του σαν μία από τους οπαδούς του νέου θρησκευτικού συστήματος που προτείνει. Η μεταξύ τους συναισθηματική επικοινωνία βέβαια, δε χάνεται ποτέ, ακόμη και αν τους χωρίζουν οι γεωγραφικές αποστάσεις, αφού οι ψυχές τους συναντιούνται σε έναν υπερβατικό, ονειρικό κόσμο που δίνει οιωνούς για την επικείμενη έλευση του Ιησού ή ακόμη και για το σταυρικό του θάνατο. Η Μαρία Μαγδαληνή αποτελεί ένα λογοτεχνικό χαρακτήρα πραγματικά πάσχοντα, αφού ενώ ξέρει ότι τα συναισθήματά που τρέφει για τον Ιησού είναι αμφίδρομα, αδυνατεί να τον κατακτήσει στην ολότητά του. Η βαθιά της αγάπη μετατρέπεται σε ψυχική ασθένεια, τα συμπτώματα της οποίας εκδηλώνονται αρχικά με τη διάθεση του σώματός της σε πολλούς εραστές, – με κίνητρο ίσως τον παροδικό εξοβελισμό του από το νοητικό της πεδίο ή την εκδίκηση μέσω της πρόκλησης τύψεων και ζήλειας,- στη συνέχεια τον ακούσιο αυτοπεριορισμό της στο περιθώριο του κοινωνικού βίου και τον συνεχή οδυρμό, και εν τέλει την ολοσχερή παραίτησή της από την πιθανότητα δημιουργίας μίας νέας, αναμορφωμένης ζωής , στην οποία δεν περιλαμβάνεται ο Ιησούς. Όμως μία τέτοια ζωή , χωρίς τον Ιησού, έστω σαν πνευματικό καθοδηγητή δε θα είχε κανένα απολύτως νόημα, θα ισοδυναμούσε απλά με μία μορφή αυτοκτονίας, χειρότερης ίσως από την αδρανή κατάσταση της διαρκούς αναμονής του Ιησού. Στον αντίποδά της η Φαίδρα, παρουσιάζεται ως θύμα της θεάς Αφροδίτης, από την εκδικητική μανία της οποίας εκπορεύεται το πάθος που τη διακατέχει για τον γιο του άντρα της, Ιππόλυτο. Η νόσος της ψυχής της σωματοποιείται με την εκδήλωση απώλειας ενδιαφέροντος για τη ζωή , άρνηση λήψης τροφής , δυσθυμία, μυϊκή αδυναμία και επιθυμία υιοθέτησης των ίδιων ενδιαφερόντων με τον Ιππόλυτο περιπλάνηση σε δάση και φαράγγια, κυνήγι). Το διαταραγμένο ψυχικό της κόσμο φωτίζουν αναλαμπές που της υπενθυμίζουν την κοινωνική της θέση και τις ηθικές υποχρεώσεις που γεννά ο γάμος της με το Θησέα και η μητρότητα. Η άρνηση του Ιππόλυτου να ενδώσει στις ερωτικές της προτάσεις καταφέρει καίριο πλήγμα στον εγωισμό της και δρα καταλυτικά στην απόφασή της να δώσει τέλος στο επαναλαμβανόμενο ψυχικό μαρτύριο που βιώνει. Μέχρι εδώ, η Φαίδρα θα μπορούσε να θεωρηθεί αξιοπρεπής μέσα στην ανηθικότητά της, αλλά προβαίνει σε ένα μεγαλύτερο ηθικό σφάλμα. Πεθαίνοντας αφήνει μία επιστολή στον Θησέα στην οποία κατηγορεί τον Ιππόλυτο για βιασμό, γεγονός που υποδηλώνει τη ρηχότητα των συναισθημάτων της απέναντι του , η οποία όμως και πάλι εν πολλοίς δικαιολογείται γιατί παρουσιάζεται ως θεϊκό πλήγμα, απότοκος της μικρότητας των Ολύμπιων Θεοτήτων.
Οι δύο ηρωϊδες είναι εγκλωβισμένες σε μία οριακή κατάσταση ψυχικής ανισορροπίας και αποσάθρωσης, καθώς το απαγορευμένο, από τις θείες επιταγές ή τους ηθικούς κώδικες, που καθορίζουν τη θέση του ατόμου στο πλαίσιο των κοινωνικών συλλογικοτήτων και τη φύση της διάδρασής του με τα υπόλοιπα μέλη των κοινωνιών, ερωτικό τους πάθος, είναι αδύνατο να λάβει σαρκική υπόσταση. Η νοσηρότητα αυτή επιφέρει αλλεπάλληλα πλήγματα στον ψυχισμό των ηρωίδων, οδηγώντας σταδιακά στην ολική εκμηδένιση του Είναι και εν τέλει στη δυναμική ( αυτοχειρία της Φαίδρας)ή παθητική (παραίτηση της Μαγδαληνής από μία ζωή χωρίς τον Ιησού) αυτοκαταστροφή τους.
Έτσι λοιπόν μιλάμε για ερωτικές καταστάσεις που έμειναν στο επίπεδο της θεωρίας και δε μετουσιώθηκαν ποτέ σε σαρκικές σχέσεις. Θα μπορούσε ο διάλογος με αυτά τα δύο κείμενα να βρει σημεία αναφοράς στο σήμερα; Είναι δυνατόν ένας Πλατωνικός Έρωτας να διατηρηθεί αλώβητος , χωρίς να διαταράξει την ποιότητα και τα όρια της σχέσης μεταξύ των δύο πλευρών; Ο μη εκπεφρασμένος πλατωνικός έρωτας θα μπορούσε εν δυνάμει να είναι πιο ισχυρός από έναν συνηθισμένο, ενίοτε αποτέλεσμα συμβιβασμού σαρκικά βιωμένο έρωτα, διότι ο πρώτος δεν υπόκειται στη φθαρτότητα της ύλης και το αντικείμενο του πόθου παραμένει στο χώρο των Ιδεών , αλώβητο και εξιδανικευμένο. Το ερώτημα είναι αν μία τέτοια μορφή ερωτικού συναισθήματος τίθεται κόντρα στην ανθρώπινη φύση και κατά πόσο μπορεί να διασφαλιστεί η ψυχική υγεία του ατόμου που εμπλέκεται σε αυτή την ιδιόμορφη σύλληψη της έννοιας του έρωτα. Ο άνθρωπος οφείλει στον εαυτό του κυρίως να παρακάμπτει τις συναισθηματικές καταστάσεις που αποτελούν τροχοπέδη για την υγιή πνευματική του ανάπτυξη και την πορεία του στη ζωή. Ενίοτε όμως τα συναισθηματικά πάθη είναι πιο ισχυρά ακόμη κι από το ένστικτο της επιβίωσης…

 Χριστιάνα Οικονόμου,απόφοιτος τμήματος Ιστορίας,Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης. Mphil in Theatrical Studies.

Αφήστε μια απάντηση