Ο Άγιος Γεώργιος και ο Δράκος. Tintoretto. 1560. National Gallery,Λονδίνο.

Σύμφωνα με το Αγιολόγιο ο Άγιος Γεώργιος ήταν Ρωμαίος στρατιωτικός με καταγωγή από την Καππαδοκία που έζησε τον 3ο αι. επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού και καταδικάστηκε σε θάνατο την εποχή των μεγάλων διωγμών επειδή ασπάστηκε και ομολόγησε τη χριστιανική πίστη. Ο Άγιος Γεώργιος είναι πολύ αγαπητός σε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο ακόμη και σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας, θεωρείται ο προστάτης Άγιος της Αγγλίας, ενώ στον ελλαδικό χώρο η εορτή του (23 Απριλίου) έχει συνδεθεί με την έναρξη της Άνοιξης. Η πιο δημοφιλής διήγηση αναφορικά με το βίο του αφορά την εξόντωση του δράκου, φύλακα μιας πηγής στη Λιβύη, που επέτρεπε την παροχή νερού μόνο όταν θυσίαζαν σε αυτόν έναν κάτοικο της ρωμαϊκής επαρχίας, συνήθως μια παρθένο, μέχρι που εξοντώθηκε μετά τη θαυματουργική παρέμβαση του Αγίου, η εμφάνιση του οποίου συνέπεσε με την κλήρωση της κόρης του τοπικού άρχοντα. Το έργο τοποθετείται στην αρχή της ώριμης περιόδου του καλλιτέχνη, όπου εγκαταλείπεται η τάση για επιπεδότητα και σταδιακά υιοθετείται η έντονη χρήση της προοπτικής. Στο πλαίσιο αυτό, οι έκδηλες διαφορές στην κλίμακα διάρθρωσης των μορφών εξυπηρετούν την επιτάχυνση της κίνησής τους από το πρώτο επίπεδο του πίνακα προς το βάθος. Το δράμα ενισχύεται με την ύπαρξη δύο διαφορετικών αξόνων που οριοθετούνται νοητά από τις διαγωνίους που σχηματίζονται από το σημείο φυγής, το βλέμμα της πριγκίπισσας, προς το μορφικό σύνολο του Αγίου, του Δράκου και του νεκρού σώματος και ταυτόχρονα προς την κατεύθυνση του θεατή με το διαγώνιο άξονα στο κάτω αριστερό άκρο της σύνθεσης, προεκτεινόμενου και εκτός του κάδρου. Η τοποθέτηση του νεκρού σώματος στο κέντρο του έργου εισάγει ένα καινοτόμο εικονογραφικό στοιχείο, καθώς κανένας άλλος καλλιτέχνης στην ιστορία της δυτικής τέχνης, δε συνέλαβε την ιδέα της ενσωμάτωσης μίας τέταρτης μορφής στην εικαστική αποτύπωση αυτού του θέματος. Ο τρόπος διάταξης του σώματος στο έδαφος με το τονισμένο μυϊκό σύστημα παραπέμπει σε έναν κοιμώμενο Εσταυρωμένο, που συνεκδοχικά θα μπορούσε να οδηγήσει στην ταύτιση του Αγίου με τον Ιησού Χριστό ως εξολοθρευτή του Εωσφόρου, του θανάτου και της φθαρτότητας. Η λεπτομερής ανατομική απόδοση του νεκρού σώματος προσομοιάζει αρκετά στις αγαλμάτινες μορφές του Michelangelo, ενώ η ποιότητα των χρωμάτων και ειδικά του κόκκινου μανδύα που με την πυκνή πτυχολογία του, εντείνει την αίσθηση της κίνησης και της αγωνίας της πριγκίπισσας να ξεφύγει, αναδεικνύει τις επιρροές του Tiziano, που αποτέλεσαν θεμελιώδες στοιχείο της τεχνοτροπίας του παρά τη μακροχρόνια σύγκρουσή τους. Αν και δέχθηκε τις επιδράσεις των δύο αυτών δημιουργών, ο Tintoretto δεν περιορίστηκε στη στείρα φορμαλιστική μίμηση της Ύστερης Αναγέννησης, αφού όχι μόνο επιτρέπει στον χώρο να χαθεί σε οπτικά βάθη που το μάτι αδυνατεί να συλλάβει, αλλά την ίδια στιγμή καταργεί τα πλευρικά όρια. Ο ζωγραφικός χώρος χάνει εύλογα όλες τις διαστάσεις του, ενώ την ίδια στιγμή η ζωγραφική αποκτά προσωποκεντρικό χαρακτήρα. Στο ημικυκλικό σχήμα των νεφελωμάτων που δεσπόζει στο άνω αριστερό τμήμα της σύνθεσης προβάλλει μέσα από δύο επάλληλους φωτεινούς δακτυλίους μία υπερβατική, σχεδόν φασματική οντότητα, ο Θεός-Πατέρας, η παρουσία του οποίου συμβολίζει τη θεία αρωγή στην ατέρμονη σύγκρουση των δύο αντίρροπων δυνάμεων του συγκροτήματος της δημιουργίας, του «Καλού» και του «Κακού». Χριστιάνα Οικονόμου. Πτυχιούχος του Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του ΕΚΠΑ. Κάτοχος MPhil στις Θεατρικές Σπουδές.

Αφήστε μια απάντηση