Οι Μάγισσες του Σάλεμ

Οι Μάγισσες του Σάλεμ
Το Κυνήγι των Μαγισσών στο Σάλεμ και η αντανάκλασή του στο έργο του Arthur Miller, The Crucible (Η Δοκιμασία). Η μαγεία, οι δίκες και η αλληγορία του Miller.

Μία κοινωνιολογική προσέγγιση.
“Thou shalt not suffer a witch to live” . Η φράση αυτή από το βιβλίο της Εξόδου (22:18), (Να μην επιτραπεί σε καμία μάγισσα να ζήσει), αποτέλεσε τη βάση της θρησκευτικής νομιμοποίησης μίας σειράς ποινικών διώξεων, αμφιβόλως στοιχειοθετημένων στην άσκηση μαγικών πρακτικών, που σημειώθηκαν στις πουριτανικές αποικίες της Νέας Αγγλίας, με επίκεντρο το χωριό Σάλεμ, επιφέροντας τη σύλληψη 150 ανθρώπων, εκ των οποίων 19 οδηγήθηκαν στην αγχόνη και 5 πέθαναν κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού τους εξαιτίας των σωματικών βασανιστηρίων και των συνολικότερων συνθηκών φυλάκισης. Τα πρώτα θύματα του δικαστικού αυτού κυκεώνα ανήκαν σε χαμηλότερες κοινωνικές βαθμίδες του Σάλεμ , αλλά γρήγορα το Κυνήγι των Μαγισσών επεκτάθηκε σε επιφανή μέλη της κοινωνίας ακόμη και γειτονικών επαρχιών. Η ύφεση του φαινομένου παρατηρήθηκε μόνο όταν κατηγορήθηκε για μαγεία η γυναίκα του κυβερνήτη της Μασαχουσέτης, Sir William Phips, ο οποίος τον Οκτώβριο του 1692, δημιούργησε ένα νέο δικαστήριο για να κρίνει τους κατηγορούμενους, το Court of Oyer and Terminer, καταργώντας παράλληλα την ισχύ του spectrum ως αποδεικτικού στοιχείου καταδίκης για μαγεία με τη συνεργεία του Εωσφόρου (sortilegium). Τελικά, στις 13 Ιανουαρίου του 1693, δόθηκε γενική αμνηστία σε όλους τους κρατούμενους.


Για το σύγχρονο άτομο είναι ενδεχομένως παράλογη η προσφυγή φυσικών προσώπων στη δικαιοσύνη εγκαλώντας άλλους ανθρώπους με την κατηγορία της μαγείας. Ας προσπαθήσουμε να αιτιολογήσουμε την ανάδυση τέτοιων κρουσμάτων στη Μασαχουσέτη του 17ου αιώνα, αναλύοντας τα ηθικά ελατήρια, τη συλλογική νοοτροπία και το οικονομικό πλαίσιο των προβιομηχανικών κοινωνιών, που επέτρεψαν την πλατιά διάδοση αυτού του νέου Κυνηγιού Μαγισσών, απόγονου του Μεσαιωνικού σκοταδισμού και του θεσμού της Ιεράς Εξέτασης στα ευρωπαϊκά εδάφη.
Στην πρώιμη νεωτερική Ευρώπη , ιδιαίτερα κατά τη χρονική περίοδο 1500-1700, σημειώθηκαν μαζικές εξοντώσεις ανθρώπων που κατηγορήθηκαν για μαγεία με τη συνεργεία του διαβόλου, τα 2/3 των οποίων προέρχονταν από τα γερμανόφωνα εδάφη. Ορισμένοι ιστορικοί χρησιμοποίησαν τον όρο «Hexenwahn», που σε ελεύθερη απόδοση σημαίνει «συλλογική παράκρουση με τις μάγισσες», εξαίροντας το παράλογο στοιχείο στις αθρόες αυτές διωκτικές πράξεις. Τα αίτια της έξαρσης του φαινομένου θα πρέπει να αναζητηθούν στις εσωτερικές ρωγμές του πυρήνα των κοινοτήτων, από τη θεμελιώδη δομική μονάδα της οικογένειας, μέχρι το ευρύτερο πλαίσιο του πλέγματος των ενδοκοινοτικών σχέσεων, τα οποία γιγαντώνονταν σε περιόδους οικονομικής δυσπραγίας, σιτοδειών, λοιμικών επιδημιών και πολέμων , όπου η επικράτηση των δεισιδαιμονιών σε συνδυασμό με την ανάγκη διατήρησης της συνοχής και κατ’ επέκταση της επιβίωσης των κοινοτήτων, οδηγεί στην κατασκευή ενός αποδιοπομπαίου τράγου, υπεύθυνου για τη μάστιγα που κάθε φορά έπληττε το κοινωνικό σύνολο. Το μεγαλύτερο ποσοστό των θυμάτων των διώξεων εντοπίζονται σε απομακρυσμένες από τα αστικά κέντρα περιοχές, οι πληθυσμοί των οποίων, διακρίνονται για το χαμηλό πολιτισμικό επίπεδο και τη σαθρή εγκόλπωση της χριστιανικής πίστης. Στο στόχαστρο της αγροτικής κοινότητας τοποθετούνται κατά κανόνα, μέλη των κατώτερων και οικονομικά ασθενέστερων στρωμάτων και ευάλωτες ομάδες, στις οποίες εντάσσονται γυναίκες , ηλικιωμένοι, άτομα με ψυχικές διαταραχές και σωματικές αναπηρίες και εν γένει κοινωνικά περιθωριοποιημένα, για ποικίλους λόγους , άτομα, αυτό που σήμερα ονομάζουμε απόβλητα, ‘outcasts’. Μία ακόμη σοβαρή παράμετρος είναι ο θρησκευτικός φανατισμός στον οποίο δομείται εν πολλοίς η διάρθρωση των εθνικών κρατών της προβιομηχανικής εποχής, που συνέβαλε στη συγκρότηση μίας θεολογικής οπτικής του περιβάλλοντος κόσμου, στη σφαίρα του οποίου, ο διάβολος είναι πανταχού παρών. Στην προσπάθειά του να διαφθείρει τον άνθρωπο, η ψυχή του οποίου εκ φύσεως ρέπει στις σαρκικές απολαύσεις, και συγχρόνως να διασπάσει το ηθικά αδύναμο ανθρώπινο γένος, ο Σατανάς επιστρατεύει ανθρώπινα όντα, σχεδόν αποκλειστικά γυναίκες και μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις, άνδρες, που τον υπηρετούν τυφλά με αντάλλαγμα τη σεξουαλική ηδονή και διάφορες άλλες εφήμερες, υλικές απολαβές. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, τα θύματα στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν γυναίκες. Ενδεικτικά, την περίοδο 1351-1790 στα εδάφη της Βόρειας Γαλλίας μόνο το 1/5 των κατηγορουμένων προέρχονταν από τον ανδρικό πληθυσμό. Η συμφωνία αυτή επισημοποιείται με την υπογραφή και το αίμα των μαγισσών στη βίβλο του Σατανά. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά των δικών, στις καταθέσεις των εγκαλουμένων για άσκηση μαύρης μαγείας γυναικών, αναπαράγεται η ίδια ιστορία με ελάχιστες διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα: Οι μάγισσες έχουν την ικανότητα να πετούν, τόσο κυριολεκτικά, δηλαδή να ίπτανται στον ουρανό, όσο και μεταφορικά, μέσω της δημιουργίας ενός ειδώλου“spectrum” του εαυτού τους , ή αλλιώς αιθερικού σώματος, το οποίο χρησιμοποιούν για να παρακολουθούν ή να εκφοβίζουν τα θύματά τους, μετέχουν σε τελετουργικά επίκλησης δαιμόνων, συναντούν το Διάβολο με τη μορφή ανθρώπου ή ζώου, γνωρίζουν ξόρκια με τα οποία επηρεάζουν την υγεία, τα συναισθήματα και την τύχη μεμονωμένων προσώπων ή ολόκληρων ομάδων και οι κατάρες τους προκαλούν ακόμη και το θάνατο. Το επαναλαμβανόμενο αυτό, χωρίς σπουδαίες παραλλαγές μοτίβο, αποτελούσε απόρροια των εξαντλητικών βασανιστηρίων στα οποία υποβάλλονταν οι κατηγορούμενες, ενώ φαίνεται πως οι απαντήσεις συνάδουν με τα στερεότυπα που διέπουν τη σκέψη των ανακριτών και συμφωνούν με τις περιγραφές του γερμανικού εγχειριδίου Malleus Malleficarum(Η Σφύρα των Μαγισσών, 1486). Στο βιβλίο αναφέρεται η σύναψη συμβολαίου με το διάβολο και οι νυχτερινές συναθροίσεις Sabbats , όπου λάτρευαν τον Εωσφόρο και επιδίδονταν σε σεξουαλικά όργια.


Διακόσια χρόνια αργότερα από τον πυρετό διώξεων στην Ευρώπη, το Σάλεμ δε φαίνεται να διαφέρει ιδιαίτερα από τις κοινωνίες του ευρωπαϊκού προβιομηχανικού κόσμου. Η διάρθρωση της αγροτικής κοινωνίας του Σάλεμ εδράζεται στη θεοκρατία, που εγκαθίδρυσαν οι πουριτανοί Άγγλοι άποικοι, από τις αρχές της εγκατάστασής τους στη Νέα Αγγλία το 1620 με το διάσημο πλοίο Mayflower. Ο σκοπός του πουριτανιστικού κινήματος, ήταν αφενός ο εξαγνισμός της αγγλικανικής Εκκλησίας από παγανιστικές δοξασίες και κατάλοιπα του καθολικισμού και αφετέρου η συγκρότηση μίας κοινωνίας βασισμένης σε αυστηρές χριστιανικές αρχές και ιδεολογικές απολυτότητες. Η έλλειψη ανοχής σε οποιαδήποτε παρέκκλιση από τα δόγματα της χριστιανικής θεολογίας και η πλήρης εναρμόνιση του ατομικού βίου με τις επιταγές της χριστιανική ηθικής διέπει τα μέλη της κοινότητας των Πουριτανών , με αποτέλεσμα τον στιγματισμό και την κοινωνική περιθωριοποίηση όσων υποπίπτουν σε ηθικά παραπτώματα. Την εποχή των μαζικών διώξεων στο Σάλεμ , το χωριό, που εμφανίζει τάσεις απόσχισης από το Salem Town, μαστίζεται από μία επιδημία ευλογιάς και τον συνεχή φόβο των επιθέσεων των γηγενών πληθυσμών, είναι διηρεμένο σε δύο ομάδες, στους υποστηρικτές της διατήρησης Εκκλησίας στο Salem Village και σε όσους επεδίωκαν την κατάργησή της και προτιμούσαν να διανύουν μεγάλη απόσταση για να εκκλησιαστούν , παρά να επιβαρύνονται με επιπρόσθετους φόρους ή να ανέχονται τον- για μεγάλη μερίδα του πληθυσμού- φιλάργυρο και υποκριτή, πρώην επιχειρηματία αιδεσιμότατο Samuel Parris. Οι πηγές μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Parris , επιδιώκοντας την εξόντωση της κλίκας που απέβλεπε στην καθαίρεσή του, σκηνοθέτησε την εκδήλωση των φαινομένων δαιμονισμού από malleficia, ενοχοποιώντας, καπηλευόμενος την ιδιότητά του ως μεσίτη του Θεού, τους αντιπάλους του. Η εκδήλωση δαιμονόπληκτης συμπεριφοράς παρατηρείται για πρώτη φορά στο οικογενειακό περιβάλλον του Parris, όταν η κόρη του Betty, πέφτει σε λήθαργο και αιωρείται η υποψία ότι η ίδια, η εξαδέλφη της Abigail και άλλα νεαρά κορίτσια του χωριού συσπειρωμένα γύρω από τη σκλάβα Tituba από τα Barbados , γνώστρια της μαγικής πρακτικής Obeah, συμμετείχαν σε τελετές μαύρης μαγείας χορεύοντας γυμνές στο δάσος. Η Betty ξυπνά και κατονομάζει γυναίκες, το είδωλο των οποίων (spectrum)είδε με το διάβολο, ενώ η Abigail, υποστηρίζει ότι είχε συνάψει συμφωνία με το διάβολο, αλλά τώρα μετανοεί, σηματοδοτώντας την αρχή των διώξεων. Σαφώς δεν είναι τυχαία η εμπλοκή της οικογένειας ενός από τους πιο εύπορους και επιφανείς υποστηρικτές του κληρικού, του γαιοκτήμονα Thomas Putnam που συστηματικά κατηγορεί τους γείτονές του για μαγεία, με την προοπτική να αγοράσει τη γη τους όταν κρεμαστούν.
Στη Δοκιμασία, ο Άρθουρ Μίλλερ, αποτυπώνει με χειρουργική ακρίβεια τόσο την ιστορική αλήθεια, με την παράθεση λεπτομερειών αναφορικά με το χρονικό του κύματος των θρησκευτικών διώξεων και της «συμπτωματολογίας» των δαιμονισμένων,- θυμάτων της μαύρης μαγείας,- κοριτσιών, μέσω της άντλησης πληροφοριών από τα πρακτικά των δικαστικών αγώνων, μεταφέροντας έτσι την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της τρομοκρατίας και του θρησκευτικού φανατισμού που επικρατούσε στις νεοσύστατες αποικιακές κοινωνίες της Νέας Αγγλίας, όσο και τα ηθικά ελατήρια των θυτών. Τα κίνητρα των κατηγόρων μπορούν να συνοψιστούν στην προσπάθεια διατήρησης ή αύξησης της κοινωνικής τους επιρροής , στην έμφυτη τάση προς τον ακόρεστο πλουτισμό και στον φόβο. Ο συγγραφέας , αλλάζει την ηλικία της Abigail , από 11 χρονών –όπως μας γνωστοποιείται από της πηγές- σε 17 και του John Proctor από 60 σε 35 , ώστε να ευνοηθεί η εξύφανση μίας ερωτικής ιστορίας μεταξύ τους, που θα αποτελέσει έναν από τους βασικούς πυρήνες της πλοκής του έργου. Η Abigail , ομολογεί ψευδώς τη σύναψη συμφωνίας με το διάβολο, όχι μόνο για να αποφύγει την αγχόνη, αλλά γιατί αντιλαμβάνεται ότι πλέον η θέση της στην κοινωνική πυραμίδα αναβαθμίζεται, αφού την αντιμετωπίζουν ως όργανο της θείας πρόνοιας. Εν συνεχεία, κατηγορεί τη γυναίκα του John Proctor, Elizabeth, για άσκηση μαύρης μαγείας εις βάρος της, με σκοπό τη φυσική εξόντωση της τελευταίας, που θα της άφηνε το δρόμο ανοιχτό για τον γάμο της με John. Η επινόηση του ερωτικού δεσμού, που στην πραγματικότητα δεν υφίστατο, βοηθά το θεατή να ανιχνεύσει και άλλα κίνητρα μίας τόσο ανήθικης και επονείδιστης δράσης ενός ατόμου, εκείνο της σαρκικής ηδονής και της εκδίκησης, εκφάνσεις των ενστίκτων και του ανθρώπινου υποσυνείδητου. Τελικά, η Abigail δεν υπολογίζει ότι ο αγαπημένος της θα πέσει θύμα των διώξεων, αλλά θα αρνηθεί να ομολογήσει ή να υποδείξει άλλους ως μάγους, διατηρώντας την ηθική του ακεραιότητα.
Η συλλογική αυτή παράκρουση των διώξεων αξιοποιήθηκε από τον Miller για την αλληγορική δραματική απεικόνιση της ανελευθερίας και του κλίματος της κομμουνιστικής υστερίας που διαμόρφωσε το Μακαρθικό καθεστώς στις Η.Π.Α κατά την ψυχροπολεμική περίοδο. Μεγάλος αριθμός Αμερικάνων πολιτών κατέδιδε εχθρούς και φιλικά προσωπικά, είτε παρακινούμενος από συναισθήματα φθόνου και αντεκδίκησης, είτε για να δηλώσει πολιτική νομιμοφροσύνη. Στην εποχή αυτή όπου ο μέσος Αμερικάνος προσπαθούσε να αποκρυσταλλώσει την πολιτική του ταυτότητα, ο Arthur Miller και ο φίλος του διάσημος σκηνοθέτης, Elia Kazan παρευρέθησαν σε συζητήσεις σχετικά με τη φιλοσοφία του μαρξισμού. Όμως η συνεργασία του Kazan με τις αρχές και η αποκάλυψη ονομάτων καλλιτεχνών που παρακολούθησαν τις διαλέξεις ή γενικά εμφορούνταν από αριστερή ιδεολογία στο House of Un American Activities Committee , μεταξύ των οποίων και του ίδιου του Miller, κλόνισε τη σχέση των δύο φίλων και συνεργατών. Η άρνηση του συγγραφέα να καταδώσει συναδέλφους του , προκάλεσε την καταδίκη του σε 30 μέρες φυλάκισης, μία ποινή που ωστόσο δεν εκτελέστηκε ποτέ. Ύστερα από την εμπειρία του αυτή, ο Miller ταξίδεψε στο Σάλεμ για να αντλήσει το απαραίτητο ιστορικό υλικό που συνέβαλε στη δημιουργία του Crucible. Ο ρόλος του John Proctor , λειτούργησε εν πολλοίς ως persona του δραματουργού , καθώς ο ήρωας αρνήθηκε να υποδείξει άλλους συμπολίτες του ως ύποπτους για την άσκηση μαγείας και προτίμησε το θάνατο, από την προδοσία και την κηλίδωση του ονόματός του.
Ποιες είναι οι αντιστοιχίες του σύγχρονου ατόμου με τους πρωταγωνιστές των διώξεων στο Σάλεμ του 1692; Παρά την αλματώδη τεχνολογική πρόοδο και την αύξηση της δυνατότητας πρόσβασης στο εκπαιδευτικό σύστημα, ο μέσος όρος δυσκολεύεται να κατανοήσει και να αποδεχτεί την ετεροδοξία. Η παρέκκλιση από τις θεμελιώδεις αρχές συγκρότησης του modus vivendi του ατόμου, οδηγεί συχνά σε φαινόμενα φανατισμού, βίας και αποκλεισμού του «ξένου» από το κοινωνικό σώμα. Την έμφυτη αυτή τάση του ανθρώπου στον καννιβαλισμό , καπηλεύεται το πολιτικό σύστημα για να εδραιώσει και διασφαλίσει την εξουσία του, με το πρόσχημα διατήρησης της συνοχής της κοινότητας, καθώς η διαφορετικότητα πρεσβεύει την απειλή για το ίδιο το άτομο και την κοινωνία ως συλλογικό φαινόμενο. Η ανθρώπινη κοινωνία οφείλει να αντιλαμβάνεται τις πολιτικές διχασμού που μετέρχονται οι πολιτικές δυνάμεις, ενίοτε με το μανδύα της θρησκευτικής πίστης και να παραμένει ενωμένη, παραμερίζοντας επιμέρους ιδεολογικές, θρησκευτικές φυλετικές διαφοροποιήσεις.
Χριστιάνα Οικονόμου. Απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του ΕΚΠΑ. Mphil in Theatrical Studies.

Αφήστε μια απάντηση