Μια λογοτεχνική μαρτυρία από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο για τη διασπορά και την υγειονομική διαχείριση επιδημίας γρίπης στην Αθήνα των αρχών του 20ου αιώνα και ο ρόλος του τύπου στην προβολή ή την αποσιώπηση ενός γεγονότος.

(ΣτΣ)Το απόσπασμα προέρχεται από το μυθιστόρημα «Τρεις Αδερφές» του Γρηγόριου Ξενόπουλου , από τις εκδόσεις των Αδελφών Βλάσση, τυπωμένο το 1984. Στο βιβλίο ο συγγραφέας περιγράφει το ξέσπασμα μιας επιδημίας γρίπης στον ελλαδικό χώρο, μετά, ή στον απόηχο της καλούμενης «Ισπανικής» Γρίπης του 1918, (Η1Ν1). Η επιδημία είναι δύσκολο να ταυτοποιηθεί ιστορικά καθώς αγνοούμε το έτος συγγραφής του βιβλίου. Όπως προκύπτει από την ανάγνωση, η σοβαρότητα των περιστατικών ποίκιλε και δε σχετιζόταν πάντα με την ηλικιακή κατηγορία ή την ύπαρξη υποκείμενων νοσημάτων, αφού η γρίπη προκάλεσε το θάνατο από το σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας ενός υγιούς και νέου ατόμου(Χριστόφορος) , ενώ επιβίωσαν άτομα ηλικιωμένα με συνοσηρότητες (Πελοπίδας). Η μεταδοτικότητα δεν φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, αφού περιγράφεται η διασύνδεση πολλών και πολυμελών οικογενειών με πλούσια κοινωνική ζωή και παράλληλα η εμφάνιση τριών μόνο κρουσμάτων σε αυτό το περιβάλλον που θα μπορούσαν να συσχετισθούν με γριπώδη σύνδρομα. Τα μέσα αντιμετώπισης στα τελικά στάδια ήταν πενιχρά και προφανώς εστίαζαν περισσότερο στην ανακούφιση του πόνου. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ο ρόλος του τύπου ακόμη μια φορά στην ενημέρωση και διαμόρφωση της κοινής γνώμης σχετικά με τη βαρύτητα της νόσου και κατά συνέπεια των μέτρων που πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπιση της επιδημίας. Στο μυθιστόρημα, ο εκδότης της εφημερίδας Αυγής(το όνομα είναι προϊόν μυθοπλασίας) αρχικά λόγω της αραιής διασποράς και του μικρού ποσοστού των θανάτων, υποτίμησε το βαθμό επικινδυνότητας, ενώ στη συνέχεια βιώνοντας την απώλεια του γιου του, πρότεινε την εφαρμογή μιας σειράς μέτρων. Ανεξαρτήτως περιστάσεων, ο Τύπος, σε όλες του τις μορφές ήταν, είναι και θα είναι η 4η Εξουσία… «Εκείνο το χρόνο στην Αθήνα, καθώς και σ’ άλλες ελληνικές πόλεις, ήταν μια επιδημία γρίπης. Οι περισσότεροι προσβάλλουνταν ελαφρά, άλλοι βαρύτερα και άλλοι πέθαιναν κιόλα, όπως τότε με την μεγάλη γρίπη, την «ισπανική». Πάντα τα κρούσματα σχετικώς ήταν λίγα, οι θάνατοι σπανιότατοι κι ούτε τα σχολεία είχαν κλείσει, ούτε τα συνηθισμένα μέτρα στις επιδημίες είχαν ληφθεί. Η «Αυγή» που συμβουλεύτηκε τους γιατρούς, για να διαφωτίσει το κοινό που είχε ανησυχήσει από τα δημοσιεύματα άλλων εφημερίδων, έγραψε πως δεν ήταν τίποτα σοβαρό, γιατί τα περισσότερα «δήθεν κρούσματα» δεν ήταν παρά συνήθη χειμωνιάτικα κρυολογήματα, με κανένα σύμπτωμα αληθινής γρίπης. Πρώτη, από τις πέντε συγγενικές οικογένειες αρρώστησε η Λίζα. Φοβήθηκαν πολύ, επειδή ήταν κι έγκυος έξι μηνών. Αλλά σε δέκα μέρες σηκώθηκε καλά. Συγχρόνως κι ο κ. Πελοπίδας. Πιο ελαφρά αυτός, την πέρασε σχεδόν στο πόδι. Άλλος κανένας. Και πέρασαν πολλές μέρες με άκρα υγεία σε όλα τα σπίτια, τόσο που ξεχνούσαν πια πως υπήρχε κάποια επιδημία, όταν αρρώστησε κι ο Χριστόφορος. Το πρωί εκείνο-ένα γκρίζο χειμωνιάτικο πρωί, όλο υγρασία- ο άντρας της Δωρίτσας σηκώθηκε αδιάθετος. Του πονούσε το κεφάλι, και τα χέρια του έκαιγαν. Όχι όμως και πολύ. Γι’αυτό δεν θέλησε να μείνει στο σπίτι, όπως του έλεγε η γυναίκα του. Κι όπως κάθε μέρα, πήγαν μαζί στο γραφείο, με το τραμ ως την Ακαδημία κι από εκεί πεζοί, γιατ’ ήταν κοντά. Αλλά στο γραφείο, εκεί που εργαζόταν, η αδιαθεσία του μεγάλωνε. Κάθε τόσο, η Δωρίτσα που του έπιανε το κεφάλι, τα χέρια και το σφυγμό, τον έβρισκε χειρότερα. -Μα εσύ καις, του είπε την τελευταία φορά.Και τα μάτια σου γυαλίζουν. Μου φαίνεται πως έχεις πυρετό μεγάλο. -Ναι, ειπ’εκείνος κι εγώ αισθάνομαι πως καίω. Αν δεν είναι του στομάχου-παράφαγα χθες- θα είναι καμιά γριπούλα. Μην ανησυχείς. -Δεν ανησυχώ, μα…πρέπει να πάμε στο σπίτι, να σε βάλω στο κρεβάτι και να φωνάξουμε το γιατρό. Αυτά δεν είν’αστεία… -Ου καημένη! Δεν έχω τίποτα. Να, κοντεύει μεσημέρι. Σε λίγο θα φύγουμε όλοι. -Όχι, όχι, η ώρα είναι μόλις έντεκα, κι ως τη μία,θέλουμε δυο ώρες. Πάμε, άστα! Κι επειδή ο Χριστόφορος επέμενε-δεν είχε αρρωστήσει ποτέ σοβαρά για να φοβάται –η Δωρίτσα το είπε στους γονείς και στον Παύλο, που άμα είδαν πως έκαιγε τόσο έκαναν σαν τρελοί.(…) Και ο Χριστόφορος, θέλοντας και μη, μπήκε στο ταξί, με τη Δωρίτσα και τη μητέρα του και τράβηξε για το σπίτι. Σε λίγο, οι δυο γυναίκες τον έγδυναν-δεν είχε τη δύναμη να γδυθεί μόνος του-και τον ξάπλωναν στο κρεβάτι. Έπεσε βαριά. Έκλεισε τα μάτια του(…) Και μετά από ένα τέταρτο ο γιατρός πήγε. Ήταν ο οικογενειακός γιατρός των Καρίτσηδων, παθολόγος από τους καλύτερους. Εξέτασε τον άρρωστο και αποφάνθηκε: Γρίπη με φαινόμενα πνευμονικά. Ίσως καμιά γριπώδης πνευμονία.Σοβαρό βέβαια, αλλά όχι και ανησυχαστικό. Ο Χριστόφορος ήταν ένα υγιέστατο παιδί, ενώ την είχαν γλιτώσει και γέροι φιλάσθενοι…Έδωσε τις οδηγίες του, διόρισε τα γιατρικά του κι έφυγε για να ξαναπάει το βράδυ(…) Κι επειδή κι ο άρρωστος με μερικά γιατρικά που πήρε φαινόταν πιο ξεσκοτισμένος –αν και το θερμόμετρο έδειχνε πάντα 39-πήγαν όλοι να φάνε(…)Ο Χριστόφορος φαινόταν σαν να κοιμάται.Βογγούσε όμως κάπου- κάπου, άνοιγε τα μάτια του και τα κρατούσε ανοιχτά για πολλή ώρα(….) Άξαφνα, σε στιγμή που έτυχε να είναι μόνες μαζί του οι δύο γυναίκες έβαλαν τις φωνές. (…) Ο Χριστόφορος έβγαζε από το στόμα άφθονο αίμα και κάτι κομμάτια σαν αίμα πνιχτό.(…) Ο γιατρός επιτέλους πήγε, είδε τα αίματα και εκείνα τα κομμάτια, και κατάλαβε: Ήταν η μεγάλη γρίπη, η κεραυνοβόλα, εκείνη που σε λίγες ώρες πολτοποιούσε τους πνεύμονες…Ο Χριστόφορος δεν είχε σωτηρία… Σε λίγο άρχισαν τα παραμιλητά. Ο άρρωστος έλεγε ασυνάρτητα. Του φαινόταν πως ήταν στο γραφείο της «Αυγής» και καλούσε τους υπηρέτες και τους τυπογράφους, κι έδινε διαταγές και οδηγίες και θύμωνε που δεν τον άκουγαν: -Έτσι θα γίνει, όπως λέω! Αφήστε τον πατέρα μου ήσυχο!…Τριάντα αράδες θα πιάσει αυτό…Παύλο, γράψε άλλο ένα…Μα τι ώρα είναι;…Η «Αυγή» σήμερα θ’αργήσει …Ουφ! είσαστε ανυπόφοροι!…Ελάτε μαμά!τρίξτε τους λίγο τα δόντια…Και συ, Δωρίτσα…Δωρίτσα!… Ήταν τα τελευταία του λόγια. Κι άρχισε η αγωνία του θανάτου… Όλοι μαζεύτηκαν στην κάμαρα. Τι χρειαζόταν πια στον ετοιμοθάνατο ο αέρας!Μόνο η Δωρίτσα δεν ήθελε ακόμη να το πιστέψει.Ο Χριστόφορος πέθαινε; Α, μπα!πώς ήταν δυνατό;και καθόταν στο κρεβάτι του, και τον κρατούσε αγκαλιασμένο και του μιλούσε. -Χριστόφορε!… Εγώ είμαι… Η Δωρίτσα σου… Δεν με γνωρίζεις;… Γιατί δεν μου μιλάς;… Δεν έχεις τίποτα χρυσέ μου… θα γίνεις καλά, μη φοβάσαι!… Ήταν σπαραγμός. Μιλιά δεν έβγαζαν οι άλλοι. Ούτε να την τραβήξουν σκέφτηκε κανείς. Μα ποιος άλλος έπρεπε ναναι κοντά του κείνη την ώρα, και να τον κρατεί ως να ξεψυχήσει; Ο πατέρας του; Είχε βγει απ’την κάμαρα και τριγύριζε στο διάδρομο σαν τρελός. Η μητέρα του; Είχε πέσει σε μια πολυθρόνα και σιγόκλαιε. Μόνο η Δωρίτσα, μόνο αυτή που δεν το πίστευε ακόμα… Και το πίστεψε όταν το είδε. Μια στιγμή, ο Χριστόφορος ανασηκώθηκε, άνοιξε τα θολά του μάτια, αναστέναξε και ξανάπεσε ακίνητος. -Ξεψύχησε! φώναξε σπαραχτικά η Δωρίτσα. Έπειτα, τίποτα. Άφωνη, του έκλεισε τα μάτια και τον γέμισε δάκρυα και φιλιά. Τότε την τράβηξαν. Η κάμαρα φωτιζόταν από το ηλεκτρικό τρίφωτο που κρεμόταν στη μέση. Η ώρα ήταν 7 και 40’.(…) Στου Καρίτση περίμενε στρωμένο ένα τραπέζι. Το μεσημέρι είχαν φάει στο πόδι, κι αν δεν πεινούσαν, έπρεπε να φάνε όσο μπορούσαν για να πάρουν δύναμη. Είχαν καθήκοντα και προς τους ζωντανούς.Το πρωί θα πήγαιναν πάλι στην εφημερίδα τους που την ημέρα της κηδείας είχε βγει όπως-όπως από τους συντάκτες μονάχους, κι είχε, ανάμεσα σε δύο μαύρες γραμμές, το πένθιμο αγγελτήριο. Κι ο κ. Καρίτσης – το είπε στο τραπέζι-λογάριαζε να γράψει ένα αρθράκι για την επιδημία: Τελευταία είχε πάρει βαρύτερη μορφή. Πέθαιναν κι άνθρωποι σε λίγες ώρες. Δε θάταν περιττό να κλείσουν τα σχολεία, αν όχι και τα θέατρα. Πάντως έπρεπε να ληφθούν μέτρα… Ο δημοσιογράφος που προ ολίγου είχε καθησυχάσει τον κόσμο πως δεν ήταν τίποτα, τώρα θα τον αναστάτωνε. Πολύ ανθρώπινο…» Χριστιάνα Οικονόμου

Αφήστε μια απάντηση