Κούρος. Μια ακροθιγής προσέγγιση της εξέλιξής του τύπου.

Κούρος. Μια ακροθιγής προσέγγιση της εξέλιξής του τύπου.

Κούρος. Μια ακροθιγής προσέγγιση της εξέλιξής του τύπου.

Ο Κούρος εμφανίζεται τον 7ο αι. π.Χ. και αποτελεί την τρίτη κατηγορία της δαιδαλικής πλαστικής(Κόρη, γυναικεία καθιστή μορφή και Κούρος) που αναδύεται λίγο πιο καθυστερημένα σε σχέση με τους άλλους δύο τύπους γλυπτικής, όμως εξ’ αρχής είναι πλήρως αποκρυσταλλωμένος. Ο Κούρος είναι ο τύπος της όρθιας ανδρικής μορφής, που απεικονίζει έναν γυμνό όρθιο νέο άνδρα με τεντωμένα, κολλημένα στα πλευρά χέρια με σφιγμένες γροθιές. Τα μακριά μαλλιά του περιβάλλει μια ταινία, δεμένη με τον κόμβο του Ηρακλέους, το «Ηράκλειο άμμα». Τη μέση του κοσμεί συχνά-ιδίως στην περίπτωση των Κρητικών και Ναξιακών Κούρων- μια ζώνη, ενώ το αριστερό του πόδι προβάλλει πιο μπροστά από το δεξί. Οι παλαιότερες μορφές Κούρων φυσικών και υπερφυσικών διαστάσεων ανευρέθησαν στη Δήλο και τη Θήρα και αποδίδονται στο Ναξιακό εργαστήριο.
Στη στροφή προς τον 6ο αι. π.Χ. ο τύπος του Κούρου προσλαμβάνει πιο φυσιοκρατικά χαρακτηριστικά τα οποία συνοψίζονται εν ολίγοις στην απομάκρυνση των χειρών από τον κορμό και την ελάττωση του μήκους των μαλλιών. Τα αυτιά δεν είναι πια ελικοειδή διακοσμητικά θέματα και τώρα αρχίζουν να μοιάζουν με αυτιά. Με το πέρασμα στον «Αυστηρό Ρυθμό» (480 π.Χ.), θα εγκαταλειφθεί η προβολή του αριστερού ποδιού και θα αντικατασταθεί από την προεξοχή του δεξιού, που στην αρχαιότητα συνδεόταν με την τύχη και τους ευνοικούς οιωνούς. Η αξονική συμμετρία που διέπει τις αγαλμάτινες μορφές προσδίδει μια λανθάνουσα κίνηση, η οποία ενισχυόταν από την προβολή του ποδιού καθώς συνεπαγόταν εκτάσεις και βραχύνσεις των μυών που συμμετείχαν στην κίνηση αυτή. Μια σειρά αποκλίσεων από την απόλυτη αξονική συμμετρία, όπως η προβολή του ποδιού και η ελαφριά κλίση της κεφαλής, η στενότερη απόδοση του δεξιού μέρους του σώματος σε σχέση με το αριστερό, απομακρύνονται από την ηρεμία και τη βαρύτητα της εποχής. Οι μύες και οι τένοντες που αποδίδονταν με εγχαράξεις και ακμές, τώρα σκαλίζονται σε πιο απαλά ρεαλιστικά επίπεδα. Η ηλικία και η επίδρασή της στο σώμα αποδίδεται σπάνια και δηλώνεται με τη διαφορά στην ενδυμασία ή στη στάση. Στα πρόσωπα συναντούμε μορφασμούς πόνου, πόθου ή τρόμου. Κύριο χαρακτηριστικό των έργων της εποχής είναι ότι η κύρια όψη είναι η πρόσθια, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι επεξεργασία των υπόλοιπων πλευρών είναι υποτυπώδης. Αν και υπάρχει η φυσική τρίτη διάσταση, ακόμη δεν έχει εμφανιστεί ακόμη η έννοια του καλλιτεχνικού χώρου, του βάθους. Η ιδιότητα αυτή της αρχαϊκής πλαστικής ονομάζεται μετωπικότητα. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό της τέχνης της περιόδου είναι η τυποποίηση, η επανάληψη των ίδιων αγαλματικών τύπων.
Τον 6ο λοιπόν αι. π.Χ., ο τύπος του Κούρου προσεγγίζει μια σαφώς ρεαλιστικότερη διάσταση, αν και ακόμη οι καλλιτέχνες ακολουθούσαν τη Γεωμετρική τεχνική για τη σύνθεση των μερών, τα οποία θεωρούσαν μεμονωμένα και μετωπικά, παρουσιάζοντας συνθέσεις τις οποίες ο θεατής έπρεπε να ερμηνεύσει και όχι να τις συγκρίνει με τη ζωντανή πραγματικότητα. Φυσικά, δεν πρέπει να ξεχάσουμε ένα ακόμη ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Κούρων , το λεγόμενο αρχαϊκό μειδίαμα, που αν και έδινε μια χαρούμενη έκφραση, ασυνήθιστη προς γλυπτά που συνήθως προορίζονται για επιτύμβια χρήση, προσδίδει συγχρόνως και ζωντάνια. Ο Κούρος της Νέας Υόρκης(600-590π.Χ.): Πρόκειται για αττικό έργο, με έκδηλη στερεομετρική δομή, οι τέσσερις όψεις του οποίου σχηματίζουν ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο, είναι σχεδόν αυτόνομες και συναντιούνται σε απότομες ακμές. Ο κατακόρυφος και οι οριζόντιοι άξονες ρυθμίζουν τη δομή του έργου, χωρίς να είναι υπερτονισμένοι ή να διαρρηγνύουν την ενότητά του. Άλλα γνωρίσματα της γλυπτικής αυτής είναι η σύνδεσή της με τη θρησκευτικότητα, αφού τοποθετούνταν σε ιερά ή τάφους, η αποδέσμευση του αγάλματος από τον αρχιτεκτονικό χώρο και η επιβεβαίωση της προσωπικότητας του γλύπτη ή του προσώπου που απεικονίζει. Απόδειξη αυτής της εξατομίκευσης καθίστανται οι υπογραφές και οι πολυάριθμες επιγραφές που χαράσσονται στα αγάλματα και στη βάση τους, ή ακόμη και την επιτηδευμένη διαφορετικότητα των τύπων και των προσώπων στο πλαίσιο της ίδιας τεχνοτροπίας.


Ο Κούρος του Σουνίου, (3,05μ) βρέθηκε στο Ναό του Ποσειδώνος και διακρίνεται για την αύξηση της σωματικότητάς του και μια πιο χαλαρή ανάπτυξη της μορφής. Ο λαιμός είναι πιο χαμηλός με αποτέλεσμα τη σωστότερη σύνδεσή του με το σώμα, οι ώμοι είναι λίγο πιο λοξοί με αποτέλεσμα να φαίνονται ότι ενώνονται με πιο φυσικό τρόπο.

Χριστιάνα Οικονόμου
Απόφοιτος Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης (ΕΚΠΑ)- Mphil in Theatrical Studies

Αφήστε μια απάντηση