Η Σφαγή της Χίου (Eugѐne Delacroix, 1824) Λούβρο. Μια ιστορική αναδρομή, το δίκαιο του ισχυρού και το ευμετάβολο της ανθρώπινης φύσης.


Ο Ελληνικός εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας του 1821 ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία λειτούργησε καταλυτικά για τη δημιουργική φαντασία των διανοουμένων εκπροσώπων του φιλελληνικού κινήματος. Ο Eugѐne Delacroix, Γάλλος Ρομαντικός, επέλεξε να αποτυπώσει την καταστροφή της Χίου από τους άντρες του Kapudan Pasha Nasuhzade,που ξεκίνησε ουσιαστικά στις 30 Μαρτίου του 1822, με την άφιξη του τουρκικού στόλου και τον εμπρησμό του νησιού, ως τιμωρία για τη συμμετοχή του στην Επανάσταση, λόγω της αποστροφής που προκάλεσε στο χριστιανικό κόσμο. Τις καταστροφικές φωτιές ακολούθησαν οι σφαγές των νηπίων κάτω των τριών ετών, του ανδρικού πληθυσμού μέχρι δεκατριών ετών και των γυναικών κάτω από τα σαράντα έτη. Οι επιζήσαντες, ντόπιοι και Σάμιοι, που είχαν έρθει στο νησί για να φυτεύσουν το σπόρο του ξεσηκωμού,αποδεκατίσθηκαν από ασθένειες, εξανδραποδίσθηκαν, ενώ τελικά επιβίωσαν όσοι ασπάσθηκαν το Κοράνι. Σε ένα πολυπληθές foreground, ο καλλιτέχνης με μεγάλη επιδεξιότητα δομεί τον πίνακά του σε τρία πυραμιδοειδή σύνολα νεκρών, ετοιμοθάνατων ή χριστιανών που πρόκειται να γευτούν τη σκλαβιά. Η τεχνική του, αντίθεση φωτός-σκιάς, έντονη κίνηση και ενεργητικότητα, που αποδίδεται με τη διάταξη των σωμάτων, τη συστροφή του κορμού και τη χειρονομία, μας παραπέμπει στον μαέστρο του Baroque, Peter Paul Rubens,ενώ η έμφαση στην αποτύπωση του ανθρώπινου πόνου θυμίζει στον θεατή τις πάσχουσες μορφές στη «Μέδουσα» του Gericault. Το έργο έγινε δεκτό στο Salon Carré του Λούβρου, όμως ο ίδιος το απέσυρε όταν είδε τον πίνακα που επρόκειτο να εκθέσει ο Constable, για να το εμπλουτίσει στη συνέχεια με περισσότερο φως και οπτικά εφέ με απότομες, διασταυρούμενες πινελιές. Αναμφίβολα, το έργο αποτελεί έναν ύμνο στον ανθρώπινο πόνο, που αποδίδεται χωρίς ίχνος ηρωισμού, και ταυτόχρονακατάδειξη της αναλγησίας του ισχυρού απέναντι στον αδύναμο.
Από τους τελευταίους κιόλας αιώνες της βυζαντινής αυτοκρατορίας, η Χίος με την εξάπλωση των Γενουατών στην Μαύρη Θάλασσα, με το άνοιγμα του δρόμου των καραβανιών προς τη Μογγολία και την κατάληψη της Προύσας από τους Οθωμανούς, αναδεικνύεται σε σημαντικό κέντρο επεξεργασίας του μεταξιού, σε ένα σταυροδρόμι των δύο κόσμων, Ανατολής και Δύσης. Η παραγωγή και επεξεργασία μεταξωτών προϊόντων, σε συνδυασμό με την εμπορία του κύριου προϊόντος της, της μαστίχας χτίζουν τις εμπορικές σχέσεις του νησιού με ολόκληρο το Μεσογειακό χώρο, ακόμη και τη Γερμανία, συμβάλλοντας στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου του νησιού, στην αρχιτεκτονική του ανάπτυξη και στην πολιτιστική του άνθηση, με έντονες επιρροές και προσλαμβάνουσες ελκόμενες από την κυριαρχία των Γενουατών. Επίσης η Χίος απολάμβανε αρκετά προνόμια από το Σουλτάνο στην αρχή της κατάληψής της από τους Τούρκους, Το ποσοστό των Τούρκων κατοίκων ήταν μικρό, ενώ στο νησί απαντώνταν πάνω από 200 Εκκλησίες και 30 μονές που χτυπούν ελεύθερα τις καμπάνες τους. Οι Ορθόδοξοι και οι Καθολικοί πληθυσμοί ζουν σε καθεστώς απόλυτης αρμονίας, ενώ οι θρησκευτικές εορτές και λιτανείες πραγματοποιούνται ελεύθερα και ανεμπόδιστα. Κατά το έτος 1621, στο νησί διαβιούν 50.000 ορθόδοξοι, 4.000 καθολικοί και 4.0000 Τούρκοι, ενώ στα 1674 τις λατρευτικές ανάγκες του καθολικού στοιχείου(Ισπανών και Γάλλων) εξυπηρετούν 7 Εκκλησίες με ντόπιους ιησουίτες και δομινικανούς μοναχούς, αλλά και Γάλλους καπουκίνους. Η άρχουσα τάξη συνίσταται από Έλληνες και Φράγκους, τους «εντόπιους γενοατοχίους», όπως τους αποκαλεί ο Σουλτάνος Σελίμ Β’ μετά την κατάκτηση του νησιού, το 1566.
Στις παραμονές όμως της επανάστασης του 1821, η δυσβάσταχτη φορολογία που επέβαλε ο διοικητής του νησιού «Βεχήτ Πασάς» δημιούργησε δυσαρέσκεια σε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού. Επικεφαλής αυτού του κύματος δυσαρέσκειας ήταν ο Χιώτης Αντώνης Μπουρνιάς που απευθύνθηκε για βοήθεια στον ηγέτη της επαναστατικής κίνησης της Σάμου, Λυκούργου Λογοθέτη, διαβεβαιώνοντάς τον ότι μόλις καταφτάσουν οι ενισχύσεις των Σαμίων οι Χιώτες θα «λάβωσιν τα όπλα και θα προκαταβάλωσι μεγάλην χρηματικήν ποσότητα προς επίτευξιν του σκοπού», πείθοντας τον Λογοθέτη να οργανώσει το κίνημα της Χίου. Στις 10 Μαρτίου του 1822 χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της Κυβέρνησης ένας μικρός στόλος αποτελούμενος από 8 βρίκια και 30 σακολέβες ξεκίνησε από τη Σάμο και έφτασε στα παράλια της Χίου, αιφνιδιάζοντας τους Τούρκους που αδυνατούσαν να αποκρούσουν τους Σάμιους και κρύφτηκαν στο φρούριο του νησιού. Η ανώτερη τάξη φοβήθηκε, ενώ μέλη των λαϊκών στρωμάτων συγκρότησαν ένα μπουλούκι ροπαλοφόρων και οπλοφόρων που ενώθηκαν με τους άνδρες του Λογοθέτη, πυροδοτώντας ένα εκτεταμένο ξέσπασμα που οδήγησε σε διοικητικές μεταρρυθμίσεις. Ο Λυκούργος Λογοθέτης κατήργησε τη Δημογεροντία, αντικαθιστώντας την επταμελή εφορία. Όμως η προχειρότητα της οργάνωσης της Επανάστασης σε συνδυασμό με την αργοπορία του ελληνικού στόλου(μόνο οι Ψαριανοί κινήθηκαν εναντίον του τούρκικου ναυτικού) οδήγησε στην αποτυχία της.
Η απάντηση του Σουλτάνου δεν άργησε. Ως αντίποινα αρχικά διέταξε το φόνο τριών ομήρων από τη Χίο, των προκρίτων Παντελή Ροδοκανάκη, Μιχαήλ Σκυλίτση και και Θεοδώρου Ράλλη, καθώς και 60 εμπόρων που διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη. Ο τουρκικός στόλος βομβάρδισε την πόλη της Χίου και αποβίβασε 7000 άνδρες που ενώθηκαν με τους ήδη υπάρχοντες, ενώ ενισχυόταν συνεχώς στρατιωτικά, με τακτικό στρατό ή άτακτα στίφη από τις ακτές της Μ.Ασίας και κυρίως από το Τσεσμέ. Ένα από τα πιο συγκλονιστικά γεγονότα του μαρτυρίου της Χίου ήταν η σφαγή 3000 κατοίκων που είχαν καταφύγει στο μοναστήρι του Αγίου Μηνά το οποίο μάλιστα πυρπόλησαν. Με ανάλογους τρόπους κατέσβησαν την πλειοψηφία των επαναστατικών εστιών, ενώ όπως αναφέρει στο ιστορικό του πόνημα ο Σπυρίδων Τρικούπης, οι Σάμιοι, εγκατέλειψαν «όλη την νήσον, έπλευσαν εις Ψαρά και εκείθεν επανήλθον αβλαβείς εις τα ίδια αφήσαντες τους δυστυχείς Χίους εις την γνωστήν απανθρωπίαν των εχθρών».
Ο Καρά Αλή μετά τη νίκη του υποσχέθηκε τη χορήγηση αμνηστίας υπό τον όρο της επιστροφής των κατοίκων στην πόλη και στα χωριά που είχαν εγκαταλείψει, επιστρατεύοντας μάλιστα ως διαμεσολαβητές δύο προξένους της Αγγλίας και της Αυστρίας, καθώς και τον αναπληρωτή του Γάλλου προξένου. Οι κάτοικοι ύστερα και από την παρέμβαση των ξένων πείστηκαν και παρέδωσαν χωρίς να μπορούν να μαντέψουν την παγίδα των Τούρκων, που εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία λόγω του αφοπλισμού τους, και της έλλειψης προετοιμασίας για κάποια ενδεχόμενη ενέδρα, αφάνισαν το νησί με σφαγές, λεηλασίες, εμπρησμούς και εξανδραποδισμούς. Ο πληθυσμός του νησιού ξεπερνούσε στους 100.000 κατοίκους και μετά τη «Σφαγή» έμειναν λιγότερες από 2000 ψυχές στη Χίο. Από τον αρχικό πληθυσμό 30000 θανατώθηκαν και αιχμαλωτίστηκαν και οι υπόλοιποι με Ψαριανά πλοία κατέφυγαν προς τις Κυκλάδες και την Πελοπόννησο. Τελικά η Χίος απελευθερώθηκε το 1912 με τους Βαλκανικούς Πολέμους.
Η Καταστροφή της Χίου συγκλόνισε όχι μόνο τους Έλληνες αλλά το φιλελληνικό κίνημα παγκοσμίως, που εκφράστηκε με την αποδοκιμασία της τουρκικής θηριωδίας μέσω του Τύπου και της έκδοσης βιβλίων σε Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία. Ο πίνακας του Delacroix αποτυπώνει εκτός από τον απογυμνωμένο ανθρώπινο από ηρωϊσμούς ανθρώπινο πόνο, την επιβολή του δικαίου του ισχυρού και το ευμετάβολο της ανθρώπινης τύχης, που περιγράφεται και στις Τρωάδες του Ευριπίδη με την πτώση των χαρακτήρων από την βασιλική οικογένεια στη σκλαβιά.
Βιβλιογραφία για τα ιστορικά γεγονότα:
Βακαλόπολος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμος Δ’
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Η Ελληνική Επανάσταση, 1821-1932,, τόμος ΙΒ’
Χριστιάνα Οικονόμου, απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του ΕΚΠΑ, κάτοχος MPhil in Theatrical Studies.

Αφήστε μια απάντηση