Η «Συνομιλία» της Έλενας Πίνη με το Γιάννη Ρίτσο

ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΕΞΗΓΗΣΗ

 

Είναι ορισμένοι στίχοι – κάποτε ολόκληρα ποιήματα –

που μήτε εγώ δεν ξέρω τι σημαίνουν. Αυτό που δεν ξέρω

ακόμη με κρατάει. Κι εσύ έχεις δίκιο να ρωτάς. Μη με ρωτάς.

Δεν ξέρω σου λέω.

Δύο παράλληλα φώτα

απ’ το ίδιο κέντρο. Ο ήχος του νερού

που πέφτει, το χειμώνα, απ ‘το ξεχειλισμένο λούκι

ή ο ήχος μιας σταγόνας καθώς πέφτει

από ’να τριαντάφυλλο στον ποτισμένο κήπο

αργά αργά ένα ανοιξιάτικο απόβραδο

σαν το λυγμό του πουλιού. Δεν ξέρω

τι σημαίνει αυτός ο ήχος ωστόσο εγώ τον παραδέχομαι.

Τ’ άλλα που ξέρω στα εξηγώ. Δεν το αμελώ.

Όμως κι αυτά προσθέτουν στη ζωή μας. Κοιτούσα

όπως κοιμότανε, το γόνατο της να γωνιάζει το σεντόνι –

Δεν ήταν μόνο ο έρωτας. Αυτή η γωνιά

ήταν η κορυφογραμμή της τρυφερότητας, και το άρωμα

του σεντονιού, της πάστρας και της άνοιξης συμπλήρωναν

εκείνο το ανεξήγητο που ζήτησα, άσκοπα και πάλι, να στο  εξηγήσω.

 

ΔΥΟ

 

Την ώρα που σφίγγαμε τα χέρια, δεν άκουγες

τον αγέρα που χωνόταν ανάμεσα στις παλάμες μας.

Ήταν η μνήμη κιόλας που προετοιμαζόταν.

Ήταν ο χωρισμός πριν απ’ την ένωση. Δεν άκουγες.

Ήσουνα ολόκληρη· ζωσμένη όλη τη γύμνια σου,

τόσο περήφανα απροστάτευτη, σαν ένα δάσος μες στην πυρκαγιά.

 

(Από τη συλλογή ποιημάτων «Ασκήσεις» 1950-1960)

ΜΗ ΜΕ ΡΩΤΑΣ

Μη με ρωτάς.

Μη με ρωτάς τι σημαίνει μοναξιά.

Τρύπωσε στην καρδιά μου από το μισοσπασμένο

παραθυρόφυλλο, και κοίταξε

μέσα της με μάτια καθαρά.

Θα της ακούσεις να σου ψιθυρίζει

λόγια αγάπης, λησμονημένα.

Μη με ρωτάς.

Μη με ρωτάς πως κοιμάται το κορμί.

Ξάπλωσε πλάι μου στο πολυκαιριασμένο

ντιβάνι που τρίζει, και κλείσε με

μες στη λευκή σου αγκαλιά.

Θα νιώσεις να σε σκεπάζει

η ανάσα μου, παραπονεμένα.

Κι ας ονειρευτούμε. Ας ενωθούν

τα ξεθωριασμένα όνειρά μας.

Πριν μας χωρίσει το ξημέρωμα.

Προτού οι ακτίνες του ήλιου γράψουν πάνω στα

γυμνά σώματά μας το αντίο.

Μη με ρωτάς.

Μη με ρωτάς τι σημαίνει μοναξιά.

Νιώσε τον ιδρώτα να κυλά σαν αγριεμένο

ποτάμι που βρυχάται, και βούτηξε

μέσα του, να ξεδιψάσεις το στεγνό σου στόμα.

Θα νιώσεις να σε πνίγει

ξαλμυρισμένο φιλί, προδομένο.

Μη με ρωτάς.

Μη με ρωτάς αν φοβάμαι την αυγή.

Γράψε τις τελευταίες λέξεις στο ξεθωριασμένο

ημερολόγιο, και άφησέ το

δίπλα μου, να μ’ αποχαιρετήσεις μ’ ένα σου ποίημα.

Θα ακούσεις τον αγέρα να σου ψιθυρίζει

το δικό μου αντίο, λυπημένο.

                                                                                                          Έλενα Πίνη

Βιογραφία:

Ο Γιάννης Ρίτσος (1 Μαΐου 1909 – 11 Νοεμβρίου 1990) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες ποιητές με διεθνή φήμη και ακτινοβολία.

Δημοσίευσε πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα μυθιστορήματα, τέσσερα θεατρικά έργα και μελέτες. Το έργο του συμπληρώνουν πολλές μεταφράσεις, χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα. Αρκετά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες. Πολιτικά ανήκε στην Αριστερά (συγκεκριμένα στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας και την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά).

Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο Επιτάφιος και η Ρωμιοσύνη είναι κάποια από τα σημαντικότερα ποιήματα του Ρίτσου, ενώ έχει κάνει και πολλές μεταφράσεις ξένων ποιητών όπως του Ναζίμ Χικμέτ, του Αλεξάνδρου Μπλοκ, του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι κ.ά. Πολλά ποιήματα του Ρίτσου έχουν μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη, γνωστότερα εξ αυτών: Η Ρωμιοσύνη και ο Επιτάφιος.

Μεταξύ των τιμητικών διακρίσεων του Ρίτσου περιλαμβάνονται το Πρώτο Κρατικό Βραβείο ποίησης «Η Σονάτα του σεληνόφωτος» (1956) και το Βραβείο Ειρήνης του Λένιν (ΕΣΣΔ, 1977).

Η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου επηρεάστηκε τόσο από τα βιώματά του, όσο και από τις κοινωνικές αναταραχές της χώρας. Μέσα στα ποιήματά του έχει βιώματα που αντλήθηκαν από τον Εμφύλιο Πόλεμο, τις εξορίες που υπέστη και από κάθε κοινωνικό, μικρό ή μεγάλο, έναυσμα που το δόθηκε, όπως για παράδειγμα το ποίημα του ο Επιτάφιος. Ο Ρίτσος μέσα στα ποιήματά του γίνεται άλλοτε ερωτικός κι άλλοτε βαθιά υπαρξιακός.

Από το 1930 έως το 1935-36, ουσιαστικά, ήταν μια περίοδος προετοιμασίας και προεργασίας για τον ποιητή. Ο νεαρός τότε ποιητής, Γιάννης Ρίτσος εμφανίζεται επίσημα στα γράμματα με δύο ποιητικές συλλογές. Στο εναρκτήριο ποίημα του Τρακτέρ(1930-34), όπως και σε πολλά άλλα της συλλογής αυτής και της Πυραμίδες (1930-35), αναζητά τη λύτρωση, την παραμυθία και την αναγνώριση.

Άλλες φορές οργίζεται, στηλιτεύει, και με αιφνίδιες αντιστροφές εκτινάσσεται στα ύψη, άλλοτε αγέρωχος κι άλλοτε υπεροπτικός Κι άλλες φορές γίνεται λυρικός, σατιρικός, σαρκαστικός.

Αρχής γενομένης από το 1935, και με τις συνθέσεις Ο ξένος και Ο λύχνος των φτωχών και ταπεινών, στην ποίησή του ο Ρίτσος υιοθετεί ελεύθερο στίχο, πράγμα που σηματοδοτεί τη στροφή του προς τον λυρισμό.

Τα έργα αυτής της περιόδου έχουν υφολογικές διαφορές. Διακρίνονται από δύο κατευθύνσεις -πολύ σχηματικά. Η μία κατεύθυνση τείνει, όλο και περισσότερο, σε μια φωνή χαμηλών τόνων με ρυθμούς υπόγειους, που «πλησιάζει το πρότυπο της απλής συνομιλίας». Ο εκτεταμένος στίχος, από την άλλη, υπηρετεί την αφηγηματική ανάπτυξη. Στη δεύτερη κατεύθυνση, ο υπαίθριος χώρος εισβάλλει με φωτεινές, τολμηρές, και άλλοτε ονειρικές εικόνες. Διακρίνονται δε, τα έργα του Ρίτσου, από μικρές στροφικές ενότητες, μουσική ροή και έντονο ρυθμό. Υπάρχει ένας μοντέρνος λυρισμός πλέον, στον οποίον τα υπερρεαλιστικά στοιχεία καταλαγιάζουν τον ρυθμό αισθήματος και στοχασμού και τον πειθαρχούν.

Την περίοδο 1942 – 1955 υπάρχουν τα σημάδια της πρώτης ποιητικής ωριμότητας του ποιητή. Σε αυτήν την περίοδο ταυτίζεται με τον Εμφύλιο σπαραγμό και την εποποιία της Αντίστασης.

Πολλά έργα του Ρίτσου εκείνη την περίοδο κάηκαν, διότι τον είχαν απαγορέψει, και το πρόσωπο που τα φύλαγε φοβήθηκε και τα έκαψε. Παρόλα αυτά, η περίοδος εγκαινιάζεται με ένα μυθιστόρημα, που τιτλοφορείται ως Στους πρόποδες της σιωπής, το οποίο φτάνει τις 1.000 σελίδες.

Δύο από τα μείζονα έργα του ποιητή, η Ρωμιοσύνη και Η Κυρά των Αμπελιών (1945-47) θα ενταχθούν στην Αγρυπνία. Εδώ ο ποιητής αναβιώνει τη ρυθμολογία της προφορικής παράδοσης, η οποία συμπλέει με τον υπερρεαλισμό. Στη Ρωμιοσύνη ο ποιητής ανακαλεί τον άνυδρο βράχο της Μονεμβασιάς, πολιορκημένος από στεριά και θάλασσα. Ο ποιητής φορτώνει το έργο του με μνήμες από επάλληλα ιστορικά, πολιτισμικά στρώματα. Γίνεται το θέατρο του αγώνα και όλων των αγώνων του Ελληνισμού, εναντίον οποιουδήποτε κατακτητή.

Ο ποιητής εξορίζεται το 1948 στο Κοντοπούλι της Λήμνου. Εκεί γράφει ασταμάτητα, όχι για να ξεχαστεί, αλλά για να καταγγείλει ανοιχτά τους βασανισμούς και τα μαρτύρια του σώματος.[

Εκεί, στον τόπο εξορίας του, γράφει τα Ημερολόγια Εξορίας Ι και ΙΙ. Κατόπιν μεταφέρεται στη Μακρόνησο το 1949. Εκεί συγγράφει τον Πέτρινο χρόνο. Στο έργο αυτό περιγράφει το άνυδρο τοπίο, τις πέτρες, την αναλγησία των ανθρώπων, τα βασανιστήρια, τις αγγαρείες, τον τρόμο κλπ. Συγγράφει και το Ημερολόγια της εξορίας ΙΙΙ, ενώ παράλληλα συγγράφει και ένα ποίημα που κυλάει σαν ποταμός, το Οι γειτονιές του κόσμου.[

Το 1952 εκτελούνται ο Νίκος Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του, ο Ρίτσος, αμέσως θα γράψει το ποίημα ο Άνθρωπος με το γαρύφαλλο.

 Την περίοδο 1956 – 1966 έρχεται η Τέταρτη διάσταση, και μαζί της οι υψηλές συλλήψεις και η ευρηματικότητα ποιητικών μορφών, η οποία εγκαινιάζεται με τη Σονάτα του Σεληνόφωτος (1956).Το έργο αυτό σηματοδοτεί μια νέα ποιητική, που ελλοχεύει από νωρίτερα, αλλά οι ώριμες αντικειμενικές συνθήκες το συνεπικουρούν, ώστε να βρει γόνιμο έδαφος και να λειτουργήσει. Κατά κάποιον τρόπο αυτό το έργο αίρει, μέχρις ενός σημείου, προκαταλήψεις που δέσμευαν του αριστερούς διανοούμενους, απελευθερώνοντας μια πολύτιμη ύλη στο έργο του Ρίτσου, που θα το οδηγήσει στην αιχμή της σύγχρονης ποίησης.

Στα πολύστιχα έργα της Τέταρτης διάστασης ο ποιητής θα μιλήσει για τη μοναξιά, για την ερωτική στέρηση, για το γήρας (π.χ.: Σονάτα του Σεληνόφωτος) και μέσα από το έργο του θα αναδείξει την αξία της απλής ζωής, όπου συντελείται το θαύμα (Ισμήνη), θα ανατάμει τις συνειδησιακές συγκρούσεις, της κοινωνικής πράξης του ατόμου (Ορέστης). Στο έργο αυτό περιλαμβάνονται δεκαεπτά θέσεις: 3 με τη μορφή σύγχρονων μονολόγων και 12 αρχαιόθεμων.

Έχει ειπωθεί πως ο Ρίτσος εφαρμόζει τεχνικές του Καβάφη και του Έλιοτ, χρησιμοποιώντας την αρχαιότητα. Η πρωτοτυπία του έργου, ωστόσο, είναι φανερή, καθώς ο Ρίτσος κάνει διάφορους αναχρονισμούς, που αναφέρονται στο σύγχρονο κόσμο. Αυτά τα ετερόκλητα στοιχεία κατασκευάζουν μιαν ιδιότυπη σύνθεση.

Από εκεί κι έπειτα μετά τον νεο-συμβολιστη και νεο-ρομαντικό Ρίτσο, τα εκφραστικά του μέσα απελευθερώνονται από τον Πόλεμο, από την Αντίσταση και την Εξορία και καθιζάνουν στην αστική δημοτική της καθημερινής ομιλίας. Ωστόσο, το λακωνικό ποίημα, συνεχίζει να το ασκεί συστηματικά, το οποία φαίνεται ως παύση, στις μεγαλόπνοες συνθέσεις του ποιητή.[

Κατά το τέλος της περιόδου αυτής, ο Ρίτσος θα ταξιδέψει στο εξωτερικό και θα αρχίσει, γυρίζοντας, τις μεταφράσεις ξένων ποιητών. Θα συγκροτήσει και θα μεταφράσει δύο μεγάλα ανθολόγια: της ρουμανικής ποίησης και της τσέχικης και σλοβακικής ποίησης.

Κατά την περίοδο 1967 – 1971 (εγκαθίδρυση δικτατορίας) ο Γιάννης Ρίτσος, μαζί με άλλους αριστερούς θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί στον Ιππόδρομο, από όπου θα οδηγηθεί σε τόπους εξορίας. Παρόλα αυτά, η συγγραφή του δε θα σταματήσει. Αρχίζει την πρώτη σύνθεση: Χρυσόθεμις, ενώ ένα χρόνο πριν είχε αρχίσει τον Αγαμέμνονα. Και οι δύο αυτές συνθέσεις θα προστεθούν στην Τέταρτη διάσταση. Παράλληλα συγγράφει και ένα χορικό, τις Μαντατοφόρες. Τον Αύγουστο ξεκινά τον μονόλογο Αίας, ο οποίος και αυτός θα περιληφθεί στην Τέταρτη διάσταση, και τον Νοέμβρη αρχίζει ποιήματα, τα οποία θα περιληφθούν, με τη σειρά τους, στη συλλογή Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη και θα την συγκροτήσουν.

Το 1968, εν μέσω πολιτικών κρίσεων και προβλημάτων υγείας, τον στέλνουν στη Λέρο. Εκεί πέρα θα προχωρήσει στην συγγραφή της συλλογής Πέτρες. Στο έργο αυτό επικρατεί νεκρό τοπίο, επικρατεί στειρότητα και μια έντονη αίσθηση βρόμας και αποσύνθεσης. Σίγουρα και σε αυτή τη συλλογή διαφαίνεται η καταπίεση που ένιωθε ο ποιητής για το καθεστώς. Κατόπιν, αφού τον στέλνουν στη Σάμο, γράφει τη συλλογή Κιγκλίδωμα. Προηγουμένως είχε γράψει και τις Επαναλήψεις.

Το 1970, πεθαίνει η αδελφή του, Νίνα, για την οποία θα γράψει το ποίημα Ελένη, συνεχίζοντας έτσι τη χρήση αρχαίων ονομάτων και προσωπικοτήτων, όπως Ισμήνη και Χρυσόθεμις.

Το μοτίβο αυτό θα συνεχιστεί και μεταξύ το 1971 και 1972, ολοκληρώνει το έργο του Επιστροφή της Ιφιγένειας, το οποίο θα συμπεριληφθεί στην Τέταρτη Διάσταση. Παράλληλα με το προαναφερθέν έργο, ο Ρίτσος, γράφει και μεγάλες συνθέσεις όπως Το Δίχτυ, τις οποίες χαρακτηρίζουν η διαφορετική μορφή και ύφος, σε τέτοιο βαθμό, που θα μπορούσε να προσθέσει κανείς ότι πρόκειται για μία νέα φάση του έργου του. Η πολύ ελεύθερη ανάπτυξη τα χαρακτηρίζει, ενώ συχνές είναι και οι μετατοπίσεις στον χώρο και τον χρόνο ή οι εναλλαγές στο πραγματικό και το φανταστικό, όπου καμιά φορά αγγίζουν το παράλογο.

Για όλα τα παραπάνω λοιπόν, η Χρύσα Προκοπάκη αναφέρει στο συλλογικό τόμο των ποιημάτων του Γιάννη Ρίτσου: «Αν κάποιος θα ήθελε να διαβάσει την ιστορία του περασμένου αιώνα, θα την έβρισκε ακέραια στην ποίηση του Ρίτσου.»

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση