Η Δαιδαλική Τεχνοτροπία και η Κυρία της Auxerre της Χριστιάνας Οικονόμου

Η Δαιδαλική Τεχνοτροπία και η Κυρία της Auxerre

 

 

Η πλαστική του 7ου αι., είναι γνωστή ως η ανατολίζουσα περίοδος της αρχαίας ελληνικής τέχνης λόγω της αθρόας εισαγωγής ανατολικών θεμάτων, μοτίβων και κοσμημάτων που απεικονίζουν λέοντες, σφίγγες, γρύπες, λωτούς κλπ., εικόνων που  εξυπηρετούσαν τη νέα τάση της ελληνικής τέχνης προς τη φυσιοκρατία, προσαρμοσμένη στα συμφραζόμενα της ελληνικής κουλτούρας και αισθητικής.  Η αρχή της δαιδαλικής πλαστικής τοποθετείται σύμφωνα με τον R.J.H Jenkins γύρω στο 680 π.Χ., ενώ ο G. Rizza την ανάγει στη στροφή από τον 8ο στον 7ο π.Χ. αι., συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ύστερα από τη μελέτη ενός συνόλου πήλινων ειδωλίων από το ιερό της Αθηνάς στη Γόρτυνα. Κατά συνέπεια η διαφοροποίηση στις επιμέρους χρονολογικές υποδιαιρέσεις της δαιδαλικής τέχνης είναι εύλογη.

Ο R.J.H Jenkins υποστηρίζει ότι η πρώτο και πρώιμη δαιδαλική φάση πρέπει να χρονολογηθούν περί το 680-655π.Χ., η μέση στο 655 -630π.Χ. και η ύστερη στο 630-620π.Χ. Από την άλλη πλευρά ο G. Rizza χωριζει ως εξής τη δαιδαλική τέχνη: Η πρώτο και πρώιμη δαιδαλική φάση τοποθετούνται στο 700-670π.Χ, η μέση στο 670-640π.Χ. και η ύστερη στο 640-620π.Χ. Η δαιδαλική τεχνοτροπία δεν έχει καμία επιστημονική σύνδεση με το Δαίδαλο, το μυθικό μας εφευρέτη και συμπίπτει με την ανάπτυξη της μνημειακής γλυπτικής, ενώ περιλαμβάνει τον τύπο της Κόρης, της γυναικείας καθιστής μορφής και του Κούρου.

Χαρακτηριστικά της δαιδαλικής τέχνης:   Κύριο χαρακτηριστικό της τέχνης είναι η  σταδιακή ανάπτυξη των μορφών σε ύψος και όγκο, απαραίτητη για την αυτόνομη στήριξή τους και την αυθυπαρξία τους στο χώρο αλλά και η καλύτερη οργάνωση τους σε σχέση με τους οριζόντιους και τον κεντρικό κατακόρυφο άξονα, ενώ βέβαια τα κατάλοιπα της γεωμετρικής περιόδου δεν είχαν εξαλειφθεί πλήρως. Στο πλαίσιο της αυτονομίας της μορφής και της ένταξής της στο χώρο, χωρίς εξωτερικό στήριγμα, καθίσταται αναγκαία η αύξηση της μάζας και του όγκου των μορφών, εντούτοις όμως η τρίτη διάσταση δεν παίζει ακόμη πρωταγωνιστικό ρόλο στις τεχνοτροπίες της ελληνικής τέχνης. Το πιο σημαντικό μέρος των δαιδαλικών συνθέσεων είναι το πρόσωπο, καθώς σε αυτό συμπυκνώνεται η ζωτικότητα της μορφής, με αποτέλεσμα οι τεχνίτες ήδη από την αρχή των πρώιμων αρχαϊκών χρόνων να αποδίδουν το πρόσωπο με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη καθαρότητα. Το πρόσωπο τριγωνικού σχήματος διακρινόταν για το χαμηλό μέτωπο, τους αυστηρά οριζόντιους τοποθετημένους οφθαλμούς και το στόμα, περιβαλλόταν από πλούσια κόμη, το άνω μέρος της οποίας ήταν εντελώς επίπεδο, ενώ στα πλάγια έπεφτε σε δύο τριγωνικές μάζες, χωρισμένες σε οριζόντια επάλληλα τμήματα( οροφωτή φενάκη) ή σε κατακόρυφους βοστρύχους που συμπλήρωναν το ανεστραμμένο τρίγωνο του προσώπου, ενώ οι πλάγιες όψεις ήταν ανύπαρκτες. Το περίγραμμα του προσώπου στην πρώτο και πρώιμη δαιδαλική φάση είχε τριγωνικό σχήμα, στη μέση U και στην ύστερη τραπεζιόσχημο, δε διαφοροποιείται καθόλου από τη δήλωση των οστών των παρειών αλλά ρέει ενιαίο. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου αποδίδονταν εμφατικά, με εξαίρεση τα αυτιά τα οποία συνήθως απουσίαζαν από τα έργα της δαιδαλικής τεχνοτροπίας. Κατά τον 7ο π.Χ. αι., τα υπερβολικά επιμηκυμένα τριγωνικά πρόσωπα και τη ραδινότητα της σύνθεσης διαδέχονται τα πιο ωοειδή σχήματα, ενώ στους ύστερους δαιδαλικούς χρόνους τα πρόσωπα γίνονται μικρότερα και πλατύτερα σε σχέση με το σώμα και η σημασία της κόμμωσης υποχωρεί.

Η Κυρία της Auxerre(640π.Χ), πώρινο άγαλμα 0,65μ, (σήμερα βρίσκεται στο Λούβρο) αποτελεί ένα θαυμάσιο δείγμα των γλυπτικών μορφών που εντάσσονται στην τεχνοτροπία του ύστερου δαιδαλικού ρυθμού. Η αδρανής μετωπική στάση του αγαλματιδίου, με το επίπεδο κρανίο και το χαμηλό μέτωπο αποκτά ένταση με το ωοειδές πρόσωπο και τα έντονα εκφραστικά χαρακτηριστικά και τις δύο τριγωνικές μάζες των μαλλιών που το πλαισιώνουν, επαναλαμβάνοντας το σχήμα του ανεστραμμένο. Η καμπυλοειδής διάταξη της Κυρίας της Auxerre είναι εμφανής, κυρίως στην απόδοση των μαστών, ενώ η πλάγια όψη, ιδιαίτερα στο κάτω τμήμα του κορμού είναι πλέον πλήρως διαμορφωμένη, σε αντίθεση με έργα της προηγούμενης φάσης της τεχνοτροπίας όπου ήταν έκδηλη η υπερβολική επιμήκυνση των άκρων και οι μη διαμορφωμένες πλάγιες όψεις. Το βάθος της σύνθεσης τονίζεται ενισχύεται από τη στερεομετρική σύλληψη της μορφής ως ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου. Η ενδυμασία του αγάλματος περιλαμβάνει επίβλημα που σκεπάζει τους δύο  ώμους, ποδήρη χιτώνα και ζώνη. Και στα χέρια διαφοροποιείται από έργα της προηγούμενης περιόδου: Τα άνω άκρα, δεν είναι κατεβασμένα κατά μήκος του σώματος σφιγμένα σε γροθιές. Το δεξί χέρι τοποθετείται διαγώνια στο στήθος, με σκοπό τη μίμηση λατρευτικής στάσης ή της ανατολικής θεάς της γονιμότητας που κρατά το στήθος της και το αριστερό αφήνεται σε κατακόρυφη διάταξη και πιέζεται πάνω στο σώμα. Το λιγότερο εκλεπτυσμένο στοιχείο της σύνθεσης είναι αναμφίβολα τα μεγάλα και χοντροκομμένα κάτω άκρα. Σύμφωνα με τον John Boardman, εγχάραξη και χρώμα δείχνουν ότι το στήθος της κοσμούσε φολιδωτό κόσμημα, τετράγωνα στόλιζαν την παρυφή του επιβλήματος και ομόκεντρα τετράγωνα τη φούστα της. Κατά πάσα πιθανότητα η Κυρία της Auxerre προέρχεται από την Κρήτη. Ίχνη της δαιδαλικής τεχνοτροπίας ανιχνεύονται σε πήλινα ανάγλυφα με την παράσταση της γυμνής μετωπικής γυναικείας μορφής στην Κρήτη, ενώ γυμνή μετωπική γυναικεία θεότητα(Αστάρτη) με το ένα χέρι στο αιδοίο και το άλλο στο στήθος απαντώνται στην περιοχή της Συρίας και είχαν κατασκευαστεί με μήτρα. Μια τέτοια πλάκα είχε εισαχθεί στην Κόρινθο τον 7ο αι. π.Χ. όπου βρέθηκε πήλινη μήτρα για την παραγωγή έργων ανατολικού τύπου, η εισαγωγή της οποίας στον ελλαδικό χώρο ευνόησε τη μαζική παραγωγή έργων ανατολίζοντος χαρακτήρα και ευνόησε τη δημιουργία δαιδαλικών μορφών, οδηγώντας παράλληλα στην τυποποίησή τους, όπως όμως και στη συνέχιση της κατασκευής τους. Εκτός από την Κρήτη δαιδαλικά τεχνήματα ανευρέθησαν στην Βοιωτία, Πελοπόννησο, Μήλο, Θήρα, Ρόδο.

Βιβλιογραφία

Boardman, J., Ελληνική Πλαστική. Αρχαϊκή Περίοδος, Αθήνα 2001

Κοκκορού-Αλευρά, Γ., Η Τέχνη της αρχαίας Ελλάδας. Σύντομη Ιστορία(1050-50 π.Χ.), Αθήνα 1995

Μπουρνιά-Σημαντώνη, Ε., Αρχαιολογία των πρώιμων ελληνικών χρόνων, Αθήνα 1997

Χριστιάνα Οικονόμου
Φιλόλογος-Απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του ΕΚΠΑ. MPhil in Theatrical Studies.

Αφήστε μια απάντηση