Η Ανάσταση του Χριστού (1605-1610) Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (EL GRECO)

Η Ανάσταση του Χριστού (1605-1610)

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (EL GRECO)
Ελαιογραφία, 275επί 127εκ.
Πράδο, Μαδρίτη

 

 

 

Ο πίνακας χρονολογείται πιθανότατα στην περίοδο 1584-1594. Η σύνθεση διαιρείται σε δύο επίπεδα, στον ουράνιο , πνευματικό χώρο και στον επίγειο κόσμο της φθοράς και της ύλης , που συνενώνονται από τον Ανεστημένο Ιησού –Χριστό, τον οποίο άλλοι υποδέχονται εχθρικά , όπως υποδηλώνουν τα στρατιωτικά σύμβολα του πολέμου (σπαθί και ασπίδα)και άλλοι υποτάσσονται με συναισθήματα δέους και φόβου μπροστά στη δύναμη της θεότητας. Ο Ιησούς κρατώντας ένα λάβαρο, εμφανίζεται σε όλη τη θεϊκή του υπόσταση και δόξα, σαν πηγή λευκού εκτυφλωτικού φωτός που παραπέμπει περισσότερο στο ρόλο του ως Κριτή των ψυχών κατά τη Δευτέρα Παρουσία δημιουργώντας την αίσθηση μιας χαοτικής, εσχατολογικής σκηνής, σχηματίζοντας ένα κάθετο άξονα στο κάτω μέρος της σύνθεσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι πετάει τον κόκκινο μανδύα(το κόκκινο στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο συμβολίζει την ανθρώπινη φύση του Ιησού), για να δηλωθεί η Θεία Υπόστασή του, που απεικονίζεται και στο έργο. Οι οκτώ φιγούρες των στρατιωτών έχουν διαταχθεί σε διαγώνιες φυγόκεντρες και σε σχέση με τον κεντρικό άξονα και με βίαιες κινήσεις, αντιθετικές μεταξύ τους, ανατρέπονται ή οπισθοδρομούν, καθώς κεραυνοβολούνται από τη λάμψη του Ιησού. Η βιαιότητα των κινήσεων των μορφών, που απεικονίζονται ακριβώς τη στιγμή της μέγιστης συντριβής τους, έρχεται σε εμφανή αντίθεση με τη γαλήνη και το θρίαμβο του Υιού του Θεού. Η έμφαση του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου στην κυριαρχία του χρώματος επί του περιγράμματος, οι υπερβολικές επιμηκύνσεις των άνω και κάτω άκρων των μορφών, η δυναμική κίνηση την οποία εντείνουν η συστροφή του κορμού τους, οι έντονες χειρονομίες με τις καμπύλες, οι ευθείες και οι διαγώνιοι άξονες που διαμορφώνονται , είναι στοιχεία που έχουν μεν τις ρίζες τους στο μανιερισμό της βενετσιάνικης Αναγέννησης , όμως προσδίδουν τέτοια εκφραστικότητα και δραματικότητα στα πρόσωπα , ώστε να κάνουν τον καλλιτέχνη να διαμορφώνει ένα εντελώς ατομικό ύφος, όχι μια απλή σύμμειξη της βυζαντινής μανιέρας και της Σχολής του Tiziano, αλλά ένα αρκετά πιο πρωτοποριακό από εκείνο των καλλιτεχνικών του προδρόμων, προλειαίνοντας τη μέγιστη έκφραση της υπαρξιακής οδύνης στο ρεύμα του εξπρεσσιονισμού.

Χριστιάνα Οικονόμου,Απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του ΕΚΠΑ, Mphil in Theatrical Studies.

Αφήστε μια απάντηση