Η Έλενα Πίνη συνομιλεί με τη Σύλβια Πλαθ

Η Έλενα Πίνη συνομιλεί με τη Σύλβια Πλαθ

 

ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ

ΛΕΞΕΙΣ

Πελεκούν
Μετά τον χτύπο τους το ξύλο αντηχεί,
και η ηχώ!
Ηχώ ταξιδεύοντας από το κέντρο σαν άλογα.
Οι χυμοί.
Αναβλύζουν σαν δάκρυα,
Σαν το Νερό που παλεύει.
Να συναρμολογήσει το κάτοπτρό του
Πάνω στον βράχο
Που στάζει και γίνεται,
λευκό καύκαλο,
φαγωμένο από αγριόχορτα.
Χρόνια μετά Συναντώντας τες στο δρόμο
Λέξεις στεγνές και αδέσποτες,
Το ακαταπόνητο ποδοβολητό.
Ενώ απ’ το βυθό της λίμνης,
σταθεροί αστέρες Ορίζουν μια ζωή.

 

ΞΥΛΙΝΟ ΣΩΜΑ

Ξύλινο σώμα.
Σκληρό, ωχρό, δίχως αίμα.
Μόνο κάτι αδρά αυλάκια τρέχουν πάνω του.
Δε νοιάστηκε ποτέ ο Δημιουργός τους,
να τα πελεκήσει, να τα λειάνει.
Μόνο λέξεις ηχούν.
Λέξεις καρφιά.
Κι η Ηχώ τους ανοίγει τρύπες στο ξύλο,
τρύπες που με το πέρασμα του άπονου
Χρόνου γίνονται λάκκοι.
Κι όταν έρχεται ο Χειμώνας,
το νερό της βροχής κυλάει γρήγορα, και
τα αυλάκια γίνονται καταρράκτες, και
οι λάκκοι κρύβονται απ’ τα λασπόνερα.
Κι αν ποτέ βρεθεί κάποιος να φροντίσει,
ν’ αγαπήσει αυτό το ξύλινο σώμα,
κινδυνεύει να παρασυρθεί
από τα χειμαρρώδη νερά ή να
βουλιάξει μες στα λασπόνερα.

Έλενα Πίνη

 

Η Σύλβια Πλαθ (Sylvia Plath, 27 Οκτωβρίου 1932 – 11 Φεβρουαρίου 1963) ήταν Αμερικανίδα ποιήτρια, μυθιστοριογράφος και διηγηματογράφος.
Γεννημένη στο Τζαμάικα Πλέιν της Μασαχουσέτης (τμήμα της Βοστώνης), η Πλαθ έδειξε από νεαρή ηλικία την κλίση της, όταν εξέδωσε το πρώτο της ποίημα σε ηλικία 8 ετών. Ο πατέρας της, Όττο, καθηγητής κολεγίου και σημαίνουσα αυθεντία σε ό,τι αφορά τις μέλισσες, πέθανε περίπου την ίδια εποχή, στις 5 Οκτωβρίου 1940. Η Πλαθ συνέχισε την προσπάθεια έκδοσης ποιημάτων και σύντομων ιστοριών σε Αμερικανικά περιοδικά, και πέτυχε κάποια μικρή αναγνώριση.
Υπέφερε από σοβαρή διπολική διαταραχή κατά τη διάρκεια της ενηλίκου ζωής της. Στο προτελευταίο έτος των σπουδών της στο Κολέγιο Σμιθ, η Πλαθ έκανε την πρώτη της απόπειρα αυτοκτονίας. Αργότερα απεικόνισε την κατάρρευσή της στο ημι-αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Ο Γυάλινος Κώδων (The Bell Jar). Κλείστηκε σε ένα ψυχικό ίδρυμα (Νοσοκομείο ΜακΛίν), και άρχισε να φαίνεται πως πέτυχε μια ευπρόσδεκτη ανάνηψη, αποφοιτώντας από το Σμιθ με διακρίσεις το 1955.
Κέρδισε μια υποτροφία Φουλμπράιτ για το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, όπου συνέχισε να γράφει ποίηση, περιστασιακά εκδίδοντας τη δουλειά της στην φοιτητική εφημερίδα Varsity. Στο Κέμπριτζ γνώρισε τον Άγγλο ποιητή Τεντ Χιούζ. Παντρεύτηκαν στις 16 Ιουνίου 1956. Η Πλαθ και ο Χιούζ πέρασαν την περίοδο από τον Ιούλιο του 1957 μέχρι τον Οκτώβριο του 1959 ζώντας και δουλεύοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Πλαθ δίδασκε στο Σμιθ. Έπειτα μετακόμισαν στη Βοστώνη, όπου η Πλαθ παρακολούθησε σεμινάρια με τον Ρόμπερτ Λόουελλ. Η σειρά αυτή σεμιναρίων επρόκειτο να έχει σημαντική επίδραση στην δουλειά της. Τα σεμινάρια παρακολουθούσε και η Ανν Σέξτον. Εκείνη την περίοδο επίσης οι Πλαθ και Χιούζ συνάντησαν για πρώτη φορά τον W. S. Merwin, ο οποίος θαύμασε τη δουλειά τους και παρέμεινε δια βίου φίλος. Όταν το ζευγάρι διαπίστωσε πως η Πλαθ ήταν έγκυος, μετακόμισαν πίσω στη Μεγάλη Βρετανία.
Έζησαν για λίγο στο Λονδίνο και έπειτα εγκαταστάθηκαν στο North Tawton, μια μικρή πόλη στο Ντέβον. Εξέδωσε τη πρώτη ποιητική συλλογή της, Ο Κολοσσός (The Colossus), στην Αγγλία το 1960. Τον Φεβρουάριο του 1961 απέβαλε. Ένας αριθμός από ποιήματα αναφέρονται στο γεγονός αυτό. Ο γάμος της άρχισε να συναντά δυσκολίες και χώρισαν λιγότερο από δύο χρόνια μετά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού. Ο χωρισμός του οφειλόταν κυρίως στη σχέση που είχε ο Χιούζ με την ποιήτρια Άσια Γουέβιλλ.
Η Πλαθ επέστρεψε στο Λονδίνο με τα παιδιά τους, την Φρίντα και τον Νίκολας (αυτοκτόνησε στις 16 Μαρτίου του 2009 καθώς έπασχε από κατάθλιψη). Νοίκιασε ένα διαμέρισμα στο σπίτι όπου κάποτε έμενε ο Γέιτς. Ήταν πολύ ευχαριστημένη γι’ αυτό και το θεώρησε καλό οιωνό καθώς ξεκίνησε τις διαδικασίες νόμιμου χωρισμού. Ο χειμώνας 1962/1963 ήταν πολύ σκληρός. Στις 11 Φεβρουαρίου 1963, άρρωστη και με λίγα λεφτά, η Πλαθ αυτοκτόνησε εισπνέοντας φυσικό αέριο από τον φούρνο. Προτού πεθάνει, η Πλαθ τοποθέτησε φαγητό και γάλα στα παιδιά της. Είναι θαμμένη στο νεκροταφείο στο Χεπτονστάλλ, στο Γουέστ Γιορκσάιρ.

Αφήστε μια απάντηση