Η Έλενα Πίνη συνομιλεί με τη Μυρτιώτισσα

ΑΠΛΩΘΗΚΕ ΤΟ ΧΙΟΝΙ
(Μυρτιώτισσα)

Απλώθηκε το χιόνι απαλά
Και σκόρπισε τριγύρω τη γαλήνη.
Με τη βροχή δε μοιάζει, που κυλά
Κ’ είναι σα να ξεσπούνε θρήνοι,

Από καρδιές γυναίκειες που πονούν
Μα δε βαστάνε πια τον έρωτά τους,
Και ξάφνου θέλουν όλα να τα πουν
Με τα παθητικά τα δάκρυά τους….

Και πότες ανταριάζεται η Βροχή
Και κλαίει γι’ αυτούς που μίσεψαν, και κλαίει,
Και πότες μιας γριούλας γίνεται φωνή
Και λέει τα παραμύθια της, και λέει….

Μα είναι κάτι λύπες, που αφορμή
Καμιά δεν τις γεννά, και πιο σκληρές είν’ απ’ τις άλλες
Τις νύχτες του Χινόπωρου η Βροχή,
Τις τραγουδεί με τις αριές, βαριές της στάλες.

Γιομάτο αλήθεια χάρη κι αρχοντιά
Το χιόνι, όλο τον κόσμο συνεπαίρνει
Μα εγώ λατρεύω τη Βροχή, που όταν ξεσπά
Σα μεθυσμένη στ’ όνειρο με σέρνει…

 

 

ΛΕΥΚΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

 

Πρωί στο παραθύρι της στέκει και κοιτά,
το Χιόνι που απλώνει σεντόνια λευκά
στις στέγες, στα δέντρα, στις αυλές
κι έρχεται να σβήσει τα ίχνη του χθες.

Στην πόρτα της τον έφερε η νυχτιά,
με άδεια χέρια και λέξεις καρφιά,
το τέλος να δώσει σε όνειρα αχνά
και να ματώσει του κοριτσιού την αγνή καρδιά.

Το δάκρυ της κρύσταλλο που πέφτει στη γη,
ηχεί σαν καμπάνα εκκλησιάς που πενθεί..
Καπνοί από καμινάδες σημαίνουν ζωή,
μα στο σπιτικό της μένει η φωτιά σβηστή.

Του Έρωτα τα φτερά παγώνουν κι αυτά,
κι εκείνη ζητάει βοήθεια, να βρέξει χαρά,
να λιώσει ο πάγος να γίνει νερό,
να πάρει μαζί του τον πόνο αυτό.

Λευκός επισκέπτης τους αποχαιρετά,
και στο παραθύρι, δειλά μια σκιά
προβάλλει μες στις σταγόνες της Βροχής
τη δίψα να σβήσει μιας κόρης χλωμής.

 

Έλενα Πίνη

 

 

Βιογραφικό:

Μυρτιώτισσα (1881 – 1968)

Ελληνίδα ποιήτρια και μεταφράστρια. Αγαπήθηκε όσο λίγες γυναίκες στην εποχή της, τόσο για την ομορφιά της, όσο και για το πνεύμα και τα ερωτικά της ποιήματα.

Η Θεώνη Δρακοπούλου, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε το 1881 στο Μπεμπέκι, προάστιο της Κωνσταντινούπολης. Ο πατέρας της ήταν διπλωμάτης και έξι χρόνια μετά τη γέννηση της κόρης του διορίστηκε γενικός πρόξενος της Ελλάδας στην τουρκοκρατούμενη τότε Κρήτη, όπου μετακόμισε μαζί με την οικογένειά του. Μετά από παραμονή δυο χρόνων στο νησί, η οικογένεια Δρακόπουλου εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα, όπου η Θεώνη φοίτησε στη Σχολή Χιλ της Πλάκας. Από μαθητική ηλικία είχε κλίση προς την ποίηση και το θέατρο. Σε ηλικία 16 ετών προκάλεσε θόρυβο γύρω από το όνομά της, όταν απήγγειλε στον «Παρνασσό» το ποίημα του Κωστή Παλαμά «Ξύπνα, ξύπνα», – ένα σπαραξικάρδιο θρηνολόγημα για το παιδί του. Στη συνέχεια πήρε μέρος σε ερασιτεχνικές παραστάσεις αρχαίου δράματος και συνεργάστηκε με τη «Νέα Σκηνή» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου. Την ίδια εποχή ερωτεύεται τον κατά έξι χρόνια μεγαλύτερό της ποιητή Πέτρο Ζητουνιάτη (1875-1909). Ο έρωτάς τους θα έχει άδοξο τέλος, μετά τις απειλές της οικογένειάς της προς τον νεαρό ποιητή από τη Λειβαδιά, για διακοπή της σχέσης του.

Έπειτα από σύντομη διακοπή της ενασχόλησής της με το θέατρο, λόγω αντίδρασης της οικογένειάς της, συνέχισε τις δραματικές σπουδές της στο Παρίσι, όπου εγκαταστάθηκε μετά το γάμο της με τον μακρινό της εξάδελφο Σπύρο Παππά, ο οποίος υπηρετούσε στο διπλωματικό σώμα. Το ζευγάρι απέκτησε ένα γιο, τον Γιώργο Παππά (1903-1958), ο οποίος αναδείχθηκε σε μεγάλο πρωταγωνιστή του ελληνικού θεάτρου.

Ο γάμος της ήταν βραχύβιος, αφού έγινε παρά τη θέλησή της, και μετά από μερικά χρόνια επέστρεψε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως καθηγήτρια απαγγελίας στο Ωδείο Αθηνών. Καθοριστική για την ποιητική της έκφραση στάθηκε η γνωριμία και ο έρωτάς της με τον ποιητή Λορέντζο Μαβίλη. Μετά τον δραματικό θάνατό του στη μάχη του Δρίσκου το 1912 κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, η Μυρτιώτισσα στράφηκε στην ποίηση για να εκφράσει τον πόνο της. Το 1919 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Τραγούδια». Σημαντική για τη ζωή της στάθηκε επίσης η βαθιά φιλία που τη συνέδεε με τον Κωστή Παλαμά, ο οποίος στάθηκε καθοδηγητής της.

Τιμήθηκε με κρατικά βραβεία ποίησης, το 1932 για τα «Δώρα της αγάπης» και το 1939 για τις «Κραυγές». Μετά τον πρόωρο χαμό του γιου της, τον οποίο υπεραγαπούσε, εξέδωσε το βιβλίο «Ο Γιώργος Παππάς στα παιδικά του χρόνια (1962)». Ασχολήθηκε, επίσης, με τη μετάφραση ξένων λογοτεχνών και ελλήνων κλασικών, που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά ή κυκλοφόρησαν σε αυτοτελή βιβλία.

Η Μυρτιώτισσα πέθανε στην Αθήνα στις 5 Αυγούστου 1968, σε ηλικία 87 ετών.

Η ποίηση της κυριαρχείται από έντονο λυρισμό, ενώ συχνά θέματά της είναι η φύση και το δίπτυχο έρωτας – θάνατος. Η Μυρτιώτισσα, όπως παρατήρησε και ο Κωστής Παλαμάς, δεν επιμένει, ιδίως στις πρώτες της συλλογές, στην επεξεργασία του στίχων και παρουσιάζει χαλαρότητα στο ύφος, μειονεκτήματα, που καλύπτονται συχνά από τον πηγαίο θερμό λυρισμό της.

 

Αφήστε μια απάντηση