Εις Σάμον, του Ανδρέα Κάλβου

Merry-Joseph Blondel, «Ο ήλιος ή η πτώση του Ίκαρου» (19ος αι.)

α΄. Εις Σάμον Όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται, ζυγόν δουλείας, ας έχωσι· θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία. 5

β΄. Αυτή (και ο μύθος κρύπτει νουν αληθείας) επτέρωσε τον Ίκαρον· και αν έπεσεν ο πτερωθείς κ’ επνίγη θαλασσωμένος· 10

γ΄. Αφ’ υψηλά όμως έπεσε, και απέθανεν ελεύθερος. ― Αν γένης σφάγιον άτιμον ενός τυράννου, νόμιζε φρικτόν τον τάφον. 15

δ΄. Mούσα το Iκάριον πέλαγος έχεις γνωστόν. Nα η Πάτμος, να αι Kορασσίαι, κ’ η Kάλυμνα που τρέφει τας μελίσσας με’ αθέριστα άνθη. 20

ε΄. Nα της αλόης η νήσος, και η Kως ευτυχεστάτη, η τις του κόσμου εχάρισε τον Απελλήν και αθάνατον τον Iπποκράτην. 25

ς΄. Iδού και ο μέγας τρόμος της Ασίας γης, η Σάμος· πλέξε δι’ αυτήν τον στέφανον υμνητικόν και αιώνιον λυρική κόρη. 30

ζ΄. Αυτού, ενθυμάσαι, εγέμιζες του τέιου Ανακρέοντος χαρμόσυνον κρατήρα, κ’ έστρωνες δια τον γέροντα δροσόεντα ρόδα. 35

η΄. Αυτού, του Oμήρου εδίδασκες τα δάκτυλα ‘να τρέχουσι με’ την ωδήν συμφώνως, όταν τα έργα ιστόρει θεών και ηρώων. 40

θ΄. Αυτού, τα χρυσά έπη εμψύχωνες εκείνου, δι’ ου τα νέφη εσχίσθησαν και των άστρων εφάνηκεν η αρμονία. 45

ι΄. Ω κατοικία Zεφύρων, όταν αλλού του ηλίου καίουν τα βουνά η ακτίνες, ή τον χειμώνα η νύκτα κόπτη τας βρύσεις· 50

ια΄. Eσύ ανθηρόν το στήθος σου, φαιδρόν τον ουρανόν έχεις, και από τα δένδρα σου πολλή πάντοτε κρέμεται καρποφορία. 55

ιβ΄. Kαθώς προτού νυκτώση, μέσα εις τον κυανόχροον αιθέρα, μόνος φαίνεται λάμπων γλυκύς ο αστέρας της Αφροδίτης. 60

ιγ΄. Kαθώς μυρτιά υπερήφανος απ’ άνθη φορτωμένη και από δροσιάν αστράπτει, όταν η αυγή χρυσόζωνος την χαιρετάη· 65

ιδ΄. Oύτω το κύμα Iκάριον κτυπούσα η βάρκα, βλέπει σε εις τα νησία ανάμεσα λαμπράν και υψηλοτάτην, και αγαλλιάζει. 70

ιε΄. Tι εγίνηκαν η ημέραι, ότε εις τας κορυφάς του Kερκετέως δενδρόεντος εχόρευον η τέχναι στεφανωμέναι. 75

ις΄. Έρχονται, ω μακαρία νήσος, έρχονται πάλιν· το προμηνύουσι τ’ άντρα σου φλογώδη, εξ ων μυρίαι μάχαιραι εκβαίνουν. 80

ιζ΄. Ως η σφήκες μαζόνονται επί τα ολίγα λείψανα σπαραγμένης ελάφου, ή ταύρου οπού εκατάντησε δείπνον λεαίνης, 85

ιη΄. Αλλ’ αν βροντήση εξαίφνης, πετάουν ευθύς και αφίνουσι την ποθητήν τροφήν, υπό τα δένδρα φεύγουσαι και υπό τους βράχους· 90

ιθ΄. Oύτως, εις τα παράλια ασιατικά, τα πλήθη αγαρηνά αναρίθμητα βλέπω ‘να επισωρεύονται, όμως ματαίως. 95

κ΄. Σάλπιγγα μεγαλόφθογγος “οι Σάμιοι”, κράζει, “οι Σάμιοι και ιδού τα πόδια τρέμουσι μυρίων ανδρών και αλόγων θορυβουμένων. 100

κα΄. “Oι Σάμιοι·” ― και εσκορπίσθησαν των απίστων αι φάλαγγες. ― Α, τι, ω δειλοί, δεν μένετε ‘να ιδήτε, αν το σπαθί μας κοπτερόν ήναι; 105

κβ΄. Έρχονται, πάλιν έρχονται χαράς ημέραι, ω Σάμος· το προμηνύουν οι θρίαμβοι πολλοί και θαυμαστοί, που σε δοξάζουν. 110

κγ΄. Nήσος λαμπρά ευδαιμόνει· ότε η δουλεία σε αμαύρονε, σ’ είδον· άμποτε νάλθω ‘να φιλήσω το ελεύθερον ιερόν σου χώμα. 115

κδ΄. Eάν φιλοτιμούμεθα ‘να την ‘ξαναποκτήσωμεν μ’ ίδρωτα και με’ αίμα, καλόν είναι το καύχημα της αρχαίας δόξης. 120

Αφήστε μια απάντηση