Αυστηρός Ρυθμός της Χριστιανας

Αυστηρός Ρυθμός

Μέχρι το 500π.Χ. ο όποιος ρεαλισμός είχε παρατηρηθεί στην ελληνική τέχνη, ειδικά στην απόδοση του γυμνού ανδρικού σώματος ήταν επιφανειακός, όμως σταδιακά ο καλλιτέχνης άρχισε να προβαίνει σε πιο ενδελεχή παρατήρηση του αντικειμένου του, της δομής και του τρόπου κίνησής του, με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε από τον κόσμο της ακαμψίας και της σχηματοποίησης, σε έναn άλλο, όπου η τέχνη προσπαθεί να μιμηθεί τη ζωή. Η πλαστική δημιουργία της περιόδου 480-450 π.Χ. ονομάστηκε πλαστική του Αυστηρού Ρυθμού, καθώς το αυτάρεσκο αρχαϊκό μειδίαμα διαδέχεται η αυστηρότητα στην έκφραση. Παράλληλα, τα μέρη του προσώπου αποκτούν μεγαλύτερη πλαστική οντότητα, ενώ σημειώνονται αλλαγές στην κόμη. Στους άνδρες τα μακριά μαλλιά πλέκονται σε πλοκάμους γύρω από το κεφάλι, ενώ στις γυναίκες το κεφάλι καλύπτεται από ένα πέπλο(επίβλημα). Το βλέμμα αποκτά περισσότερη βαθύτητα και εσωτερικότητα. Η σημαντικότερη αλλαγή που συντελείται έγκειται στο σπάσιμο της αρχαϊκής «μετωπικότητας», καθώς πλέον η στήριξη των μορφών δεν είναι ισοβαρής στήριξης των μορφών στα δύο σκέλη δίνει τώρα τη θέση της στη στήριξη στο ένα σκέλος, το στηρίζον, ενώ το άλλο, το άνετο, προβάλλει χαλαρό και λυγισμένο στο γόνατο. Κινήσεις και αντικινήσεις διέπουν όλα τα σώματα, ενώ εμφανής είναι ο χιασμός των κινήσεων (conrapposto), που διαρρηγνύει την αρχαϊκή παράδοση της μετωπικότητας και το ιδανικό της απόλυτης συμμετρίας και των μελών του σώματος και της αυστηρής αντιστοιχίας του ενός με το άλλο.
Παραδείγματα


Ανδρικές Μορφές
Η χάλκινη μορφή του Δία ή του Ποσειδώνα που ανασύρθηκε από το βυθό κοντά στο Ακρωτήριο Αρετμίσιο της Εύβοιας και βρίσκεται στο αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας. Ο Θεός είναι γυμνός σε ευρύ διασκελισμό, ενώ τη μορφή του χαρακτηρίζουν έντονη κίνηση και διαγώνιοι άξονες. Το αριστερό χέρι είναι τεντωμένο και ετοιμάζεται να εξακοντίσει είτε κεραυνό (αν το άγαλμα παριστάνει το Δία) είτε τρίαινα αν η αγαλμάτινη μορφή εικονίζει τον Ποσειδώνα). Τα μακριά μαλλιά του Θεού πλασιώνουν το κεφάλι του και η καλοχτενισμένη γεννειάδα του προδίδει την ώριμη ηλικία του. Χρονολογείται περί το 460-450 π.Χ. Η ολική γυμνότητα και η ρεαλιστική στάση προκαλούν έκπληξη. Η μορφή διακρίνεται από δραματική ένταση, ενώ τα μέλη είναι επιμηκυμένα και η πλάγια και μετωπική θέση τους, ακολουθεί, χωρίς να έχει αποδοθεί με απόλυτη ανατομική ακρίβεια τον ύστερο αρχαϊκό τύπο που φαίνεται και στα δείγματα της ζωγραφικής. Η μορφή αν και στατική, καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα και απειλητική, καθώς και τέλεια ισορροπημένη. Οι βόστρυχοι που διευθετούνται ακτινωτά στην κορυφή του κεφαλιού σχηματίζουν φαρδιές τούφες που αλληλοκαλύπτονται.
Ο Ηνίοχος των Δελφών, βρέθηκε κάτω από την Ιερά Οδό στους Δελφούς και αποτελεί το πρώτο μεγάλο χάλκινο άγαλμα του 5ου αι. π.Χ. που ανακαλύφθηκε. Πρόκειται για ένα λατρευτικό άγαλμα σε κατάσταση ακινησίας. Το άγαλμα εντασσόταν σε ένα σύνταγμα αγαλμάτων που αποτελείτο από ένα τέθριππο με το οποίο κέρδισε στα Πύθια( 478 ή 474 π.Χ.- οπότε τότε χρονολογείται και το έργο) ο τύραννος της Γέλας Πολύζαλος, ο οποίος ήταν και αναθέτης του έργου, ο ηνίοχος πάνω στο τέθριππο που κρατούσε τα χαλινάρια και ο ίδιος ο αναθέτης πεζός, δίπλα στο άρμα ως οπλίτης. Επίσης είναι πιθανή η ύπαρξη μιας ακόμη μορφής, ενός ιπποκόμου, δίπλα στο τέθριππο. Οι πρόστυποι βόστρυχοι και το ωοειδές κεφάλι εξακολουθούν να διατηρούν στοιχεία της αρχαϊκής τέχνης. Το κεφάλι είναι στραμμένο προς τα δεξιά, και έτσι το άλλο μισό αριστερό είναι ευρύτερα πλασμένο για επιτευχθεί μια οπτική διόρθωση. Η ελαφρά στροφή της αγαλμάτινης φιγούρας προσδίδει ζωή, χωρίς ωστόσο να διαρρηγνύει τον κιονοειδή χαρακτήρα της μακριάς φούστας.


Γυναικείες Μορφές
Η Αθηνά του Ευήνορα, ανάθημα του Αγγελίτου, είναι το παλαιότερο σωζόμενο άγαλμα του Αυστηρού Ρυθμού και χρονολογείται στις αρχές του Αυστηρού Ρυθμού, περί το 480π.Χ. Η ακέφαλη θεά είναι σε όρθια στάση με στηρίζον το αριστερό και άνετο το δεξιό σκέλος. Το δεξί χέρι στηρίζεται σε δόρυ, που σήμερα δε διασώζεται και το αριστερό στη μέση. Η μορφή ενδύεται τον αρχαϊκό πέπλο ζωσμένο στη μέση και στο στήθος την αιγίδα με το γοργόνειο. Ο πέπλος αποτυπώνεται με πολύ βαθιές πτυχώσεις, οι οποίες συγκαλύπτουν τις ανατομικές λεπτομέρειες και τις φυσικές διαιρέσεις, όπως και την κίνηση του σώματος, η οποία υποδηλώνεται αμυδρά με το λυγισμένο δεξί πόδι. Η απόδοση των άκρων παραπέμπει στην αντίστοιχη των αγαλμάτινων μορφών της αρχαϊκής εποχής.
Ένα ακόμη γνωστό γυναικείο άγαλμα αυτής της τεχνοτροπίας είναι η «Ασπασία», η «Σωσάνδρα», ή «Αφροδίτη του Κάλαμι» ή «Ευρώπη» (460-450 π.Χ.) . Η γυναικεία μορφή είναι τυλιγμένη ολόκληρη μαζί με το κεφάλι της σε ένα μακρύ επίβλημα με αραιές πτυχώσεις. Το σώμα εξαφανίζεται τελείως κάτω από το επίβλημα και το χιτώνα που φαίνεται χαμηλά στα πόδια.

Χριστιάνα Οικονόμου, απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του ΕΚΠΑ, Mphil in Theatrical Studies.

Αφήστε μια απάντηση